«Η ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ»

2014-06-19 23:26

Σεβασμιώτατε άγιε Ελασσώνος, σεβαστοί μου πατέρες,


Στην ευαγγελική περικοπή της ιάσεως του επί 38 έτη κειμένου παραλυτικού παρά την κολυμβήθρα της Βηθεσδά, ο Χριστός απευθύνει ένα ερώτημα στον ασθενή: «θέλεις υγιής γενέσθαι;» (Ιω. ε,6) . Όχι τι θέλεις από μένα, αλλά ευθέως και συγκεκριμένα, θέλεις να ιαθείς;

Είναι αλήθεια πως ο πόνος ακόμη και ο σωματικός, αποκολλά τον άνθρωπο από τα πέριξ και από τα έξω. Δεν τον ενδιαφέρει την ώρα του πόνου, τίποτε άλλο παρά η ίασή του. Τι θα ζητούσε ο παραλυτικός; Τίποτε άλλο, παρά την ίασή του. Όπερ και εγένετο.

Κάνοντας μια πνευματική αναγωγή, Σεβασμιώτατε και αγαπητοί πατέρες μου, νομίζω πως σωτήριο θα ήταν να αισθανθούμε κι εμείς παράλυτοι πνευματικά, άρρωστοι, θανασίμως μάλιστα. Βέβαια αυτό, είναι χάρις Θεού, που θα μας γεμίσει με μία αγία, ακατηγόρητη απελπισία. Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που απελπίστηκε από τον εαυτό του κι από τους άλλους και δια ισχυράς κραυγής μετά δακρύων πιάστηκε από το έλεος του Θεού. Οι άγιοί μας με μια τέτοια κραυγή, καθάρθηκαν, φωτίστηκαν, θεώθηκαν.

Το ερώτημα «θέλεις υγιής γενέσθαι;» απευθύνει φυσικά ο Χριστός στον καθένα μας. Τι θα απαντήσουμε;

Χωρίς να περιφρονούμε τον υλικό κόσμο και τα κοινωνικά έργα, με κίνδυνο να θεωρηθούμε μονοφυσίτες, θα πούμε πως στην Ορθοδοξία η έμφαση δε δίνεται στα έργα. Η Εκκλησία δεν είναι Ι.Κ.Α, ούτε πιστεύουμε στην εργοσωτηρία. Πολύ σημαντικά είναι τα όσα μας λέει ο άγιος Μάρκος Ασκητής: Τα (έξωθεν) καλά έργα χρησιμεύουν στο να διατηρήσουμε την καθαρότητα την οποία ελάβαμε στο άγιο Βάπτισμα. Φαυλόβιοι δε μπορούμε να είμαστε. Τα έργα όμως καθ΄εαυτά, δεν σώζουν. Δεν είναι άξια ούτε για τον παράδεισο ούτε για την κόλαση. Τα έργα μας θα κριθούν ως έργα Χριστού ή μη. Αν τα πράξαμε για εμάς ή για Εκείνον.

Στην Ορθοδοξία η έμφαση δίνεται στη μυστική ζωή. Στη συνομιλία με το Χριστό, την Παναγία, τους αγίους, απαραίτητης ώστε να αισθανθούμε υγιείς πνευματικά. Γιατί αν εμείς οι κληρικοί δεν ιαθούμε, δεν είμαστε υγιείς, πως θα γιάνουμε τους άλλους;

Στον ρωμαιοκαθολικισμό και στον προτεσταντισμό, η έμφαση δίνεται στην δια των χειλέων ομολογία και στα έξωθεν καλά έργα, όπως και στην πληθώρα των κηρυγμάτων. Συζητούσαν κάποτε ένας προτεστάντης πάστορας μ’ έναν ορθόδοξο ρώσσο ιερομόναχο. Ρωτάει ο πάστωρ: εμείς έχουμε αίθουσες συναυλιών και ψυχαγωγίας, έχουμε φεστιβάλ νεολαιών και μουσικής, έχουμε ιεραποστολή, κοινωνικό έργο, εσείς τι έχετε; Και απαντάει ο παπάς: εμείς έχουμε τη Θεία Λειτουργία, λειτουργούμε και βγάζουμε ψυχές από τη κόλαση, να τι έχουμε! Πόσο διαφορετική θεολογία και οπτική!

Πόσο φοβερή η στιγμή, πατέρες μου, όταν ο ιερεύς μπροστά στην αγία Τράπεζα κι ενώπιον του Κυρίου της δόξης, ρίχνει τις μερίδες ζώντων και τεθνεώτων μέσα στο αίμα του Χριστού λέγοντας εκείνο το τρομερό: « Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου…». Τι πλήθος ανθρώπων όλων των εποχών, τεθνεώτων Ορθοδόξων και ζωντανών, βυθίζεται μέσα στο αίμα του Κυρίου, θηλάζοντας το γάλα της Χάριτος της Ιερωσύνης; Πόσων ανθρώπων ζωντανών και εν ουρανοίς απογεγραμμένων αισθάνεται πατέρας ο ιερεύς;

Παρηγορούμαστε αφάνταστα όταν αναλογιζόμαστε ότι με έργα μηδέν, ο ληστής εκ δεξιών σώθηκε. Η κραυγή του έσβησε το πλήθος των ανομημάτων του. Δωρεάν η Χάρις!

Αντιθέτως ο Κορνήλιος (πραξ. ι’) ενώ ελεούσε και προσευχόταν έπρεπε να κατηχηθεί και να βαπτισθεί από τον απόστολο Πέτρο. Βαπτισθείς απέκτησε δικαίωμα στη σωτηρία. Γιατί εκεί έτσι, εδώ αλλιώς; Για να μη πολυπραγμονούμε και να μη σκεπτόμαστε τα πάντα διανοητικώς. Θεός είναι ό,τι θέλει κάνει.

Εις επίρρωσιν των όσων λέμε, αναφέρουμε το περιστατικό του εκ γενετής χωλού (πραξ. γ’) και της ιάσεώς του από τον απόστολο Πέτρο. Στην έκκλησή του για ελεημοσύνη υλική, ο απόστολος του απαντά: «αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι ο δε έχω τούτο σοι δίδωμι, εν ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου έγειρε και περιπάτει». Και ην ο λόγος έργον ευθύς. Θυμάμαι τώρα έναν παπούλη, που όταν ήμουν λαϊκός, μου είχε πει: « Ο κληρικός πρέπει να έχει τέτοια πνευματική κατάσταση που με ένα άγγιγμα της κεφαλής του πιστού, να τον απαλλάσει από λογισμούς»!

Αφού λοιπόν, η Χάρις του Θεού σώζει, ακριβέστερα η ενοικούσα Χάρις και Δύναμις εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, τίθεται το θέμα της επικλήσεώς του και μάλιστα της αδιαλείπτου. (Α’ Θες. ε 17) κατ’ εντολήν του αποστόλου Παύλου.

Η αδιάλειπτη προσευχή, δεν είναι για τα μοναστήρια και μόνο, όπου σαφώς παρουσιάζονται ευνοϊκότερες συνθήκες. Είναι και για τον κόσμο. Γιατί; Απλούστατα διότι την εποχή που έδωσε την εντολή αυτή ο απόστολος δεν υπήρχαν μοναστήρια. Απευθύνεται σε εγγάμους και αγάμους χριστιανούς του κόσμου, γύρω στο 50 μ.Χ. Οργανωμένα κοινόβια έχουμε μετά τον γ’ αιώνα, η δε προς Θεσσαλονικείς Α’ επιστολή, το αρχαιότερο κείμενο της Καινής Διαθήκης γράφεται γύρω στο 51 μ.Χ.

Η αδιάλειπτη προσευχή στη ζωή μας λοιπόν. Ενθυμούμαστε όλοι μας πατέρες μου, το διάλογο μεταξύ του οσίου Σεραφείμ του Σαρώφ και του Μοτοβίλοφ, όταν ο Γέροντας, λουσμένος μέσα στο χαροπάροχο, φαιδρύνον τον νουν και ζωοποιό άκτιστο φως του Χριστού μας απεδείκνυε στο Μοτοβίλοφ αυτό που λίγο πρωτύτερα του είχε πει. Ότι σκοπός της ζωής μας είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το καταλαβαίνουμε όλοι. Μία διευκρίνιση μόνο: πρόσφατα ήρθε μια χριστιανή και μου εξομολογήθηκε ότι αισθάνεται μία δήθεν έλξη προς το Άγιο Πνεύμα και πως η προσευχή της απευθύνεται μονίμως προς Αυτό. Της εξήγησα πως το Άγιο Πνεύμα, δωρεοδότης και παράκλητος των ψυχών μας, εκπορεύεται αχρόνως από το Πατέρα και εν χρόνω το στέλνει ο Χριστός σ’ εμάς και αναπαύεται στο Χριστό, τον Υιό του Θεού. Της είπα πως με ξενίζει το γεγονός και να προσέχει. Αυτές τις μέρες διάβασα ένα καταπληκτικό άρθρο του πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκι, μάλλον επιστολή του, η οποία απευθύνεται σ’ έναν αγγλικανό πάστορα και του αναφέρει για το διάλογο οσίου Σεραφείμ-Μοτοβίλοφ. Του λέει εκεί λοιπόν πως τη φράση του οσίου Γέροντος «σκοπός της ζωής μας είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος» πρέπει να την κατανοήσουμε έτσι που να μη λησμονούμε τη χριστοείδεια των δωρεών Του. Τούτο σημαίνει ότι όπου το Άγιον Πνεύμα, εκεί και ο Υιός, ο Χριστός μας, εκεί και ο Πατήρ. Καμμία απολυτοποίηση δεν επιτρέπεται. Συγκεκριμένα, αν στην χριστιανή συνιστούσα να συνεχίζει έτσι έμμονα να προσεύχεται μόνο στο Άγιο Πνεύμα, υπήρχε κίνδυνος να βιώνει την προσευχή της σαν ένα ιδιότυπο και ιδιωτικό μυστικισμό «τηλεφώνου» μακριά από το εκκλησιαστικό γεγονός της Θείας Λειτουργίας οπου παρών ο Χριστός δια του Σώματός και Αίματός Του, χώρια που μπορεί να είχαμε και ολίσθημα σε προτεσταντικού τύπου εμπειρία δηλ. μετά από κάποιο χρόνο η εν λόγω χριστιανή ίσως ερχόταν να μας πει ότι λόγω μεγάλης αφοσίωσής της στο Άγιο Πνεύμα, γλωσσολαλεί! Χρειάζεται πολλή προσοχή πατέρες μου!


Eννοείται, διευκρινίζουμε, ότι λέγοντας νοερά προσευχή αναφερόμαστε σε οποιαδήποτε προσευχή της Εκκλησίας μας, ακόμη και προφορική, αρκεί να την προσέχει ή μάλλον να προσπαθεί να την προσέχει ο νους. Αν επιμένουμε στο «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είναι γιατί λόγω συντομίας και πυκνότητας, επαναλαμβάνεται εύκολα συχνά και «μαθαίνεται» ας πούμε, αφού είναι γνωστό, πως δια της επαναλήψεως μαθαίνεται κάτι καλά.

Η αδιάλειπτη προσευχή, υπογράφοντας την πνευματική μας χρεωκοπία, μας κάνει ικανούς να εντοπίζουμε και το εντός ημών αιρετικό φρόνημα κάποιες φορές. Εδώ θα επανέλθουμε λίγο αργότερα. Η αδιάλειπτη προσευχή μάς καθιστά ικανούς να γνωρίσουμε ότι μέσα μας υπάρχει οίηση, εγωισμός, ασθένεια πνευματική. Είμαστε βαριά αμαρτωλοί. Βέβαια επικαλούμενοι το έλεος του Κυρίου, Εκείνος μας αλλάζει αψευδώς και αυτό μας γεμίζει χαρά. Κάθε φορά που επικαλούμαστε το έλεός Του έχουμε μια φρεσκάδα, λες και είναι η πρώτη φορά. Την πρώτη φορά πάντα είμαστε ξεκούραστοι. Γι’ αυτό και πάντα μας ξεκουράζει η προσευχή. Αν μας κουράζει, κάπου δεν πάμε καλά. Ευχόμαστε να γίνει έλεος και ίλεως ο Κύριος να μη πλανηθούμε. Ένας βαριά αμαρτωλός, υπάρχει περίπτωση ν’ αλλάξει δια της μετανοίας. Μ’ ‘έναν πλανημένο όμως τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Η ασθένειά του είναι η αίσθηση ότι ξεχωρίζει από τους άλλους. Σαν να πάσχει στο πνευματικό επίπεδο από καλπάζουσα λευχαιμία.

Κάποτε, στην Αθήνα, μια γυναίκα επισκέφθηκε έναν πνευματικό λέγοντάς του: εγώ πάτερ τρώω απ’ όλα τις 40κοστές, Τετάρτες και Παρασκευές, και τον υπόλοιπο χρόνο κάνω αυστηρότατη, στεγνή νηστεία. Μάταια ο πνευματικός προσπάθησε να τη βγάλει από την πλάνη. Λίγο αργότερα δαιμονίστηκε ενώ της το προείπε κιόλας.

Οι υπερβολές λοιπόν στην πνευματική ζωή, οδηγούν σε περίεργες καταστάσεις και σε πλάνες.

Υπήρχε κάποτε –δεκαετία του 50- κάποιος ιερέας σε μία επαρχιακή κωμόπολη. Αγωνιστής και προσευχόμενος. Κατά δαιμονική επήρεια σκέφθηκε εκείνη τη σαρακοστή του Πάσχα να την περάσει άσιτος μόνο με νερό, κάνοντας όλες τις ακολουθίες. Μάλιστα σκέφθηκε πως ο Θεός, βλέποντας τον αγώνα του σε μια τέτοια χλιαρή εποχή σαν τη σημερινή, θα του έδινε το χάρισμα της θαυματουργίας.! Ένα πρωί λοιπόν, σηκώθηκε αξημέρωτα να πάει στην Εκκλησία, να τελέσει τον Όρθρο και τις Ώρες. Πλησιάζοντας στο Ναό, βλέπει τα πάντα φωταγωγημένα. Πλήθος ιερέων κοκκινοντυμένων οι οποίοι τον ανέμεναν κι έναν προεξάρχοντα αρχιερέα ενδεδυμένο ταπεινά σαν τους αρχιερείς των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Τον χαιρέτησαν, και ο προεξάρχων –συνονόματός του μάλιστα αρχιερεύς- τού είπε πως βλέποντας τους κόπους του αποφάσισαν, μάλλον ο Θεός το είπε πως είναι καιρός ν’ αναληφθεί.- Έλα μαζί μας από εδώ λοιπόν! Ο εμβρόντητος ιερεύς εντυπωσιάστηκε από όλα τούτα, ευχαρίστησε τον Κύριο που επέβλεψε επί τον αγώνα του, δεν καταλάβαινε όμως γιατί είχε ταραχή. Εκεί λοιπόν που ήταν έτοιμος ν’ αναληφθεί, έκανε το Σταυρό του. Καπνός, βρώμα και η δαιμονική απάτη διαλύθηκε. Ο ιερέας έμεινε μόνος του στο χείλος ενός γκρεμού που υπήρχε λίγο πιο πέρα από το ναό του. Φύλαξε το έλεος του Θεού γιατί «αναλαμβανόμενος» θα είχε γκρεμιστεί. Συνήλθε ο δύστυχος παπάς. Κατάλαβε την πλάνη του. Ένας Θεός ξέρει πώς έβγαλε το υπόλοιπο της 40κοστής. Διαταράχθηκε πνευματικά, ο επίσκοπος τον επιτίμησε, τον έστειλε σ’ έναν ιερέα να του διαβάζει εξορκισμούς, τον π. Ευάγγελο Χαχόλο του αγίου Μηνά Θεσσαλονίκης, αν δεν με απατά η μνήμη μου, και συνήλθε λίγο. Μέχρι σήμερα όμως κάποια «κουσουράκια» έχουν μείνει, ίσως για να τον ασφαλίσει ο Θεός.

Η νοερά προσευχή καταπολεμά και τη φαντασία. Με το σφίξιμο του νου στη στενότητα της ευχής, στο να προσέχει δηλαδή τα λόγια της προσευχής και μόνο, η φαντασία περιορίζεται και στο τέλος εξαφανίζεται. Μπορεί ο άνθρωπος να προσεύχεται «εν τη καρδία του» αμετεωρίστως ώρες πολλές. Η φαντασία, «γέφυρα των δαιμόνων» κατά τους νηπτικούς πατέρες χρειάζεται πλήρη παραμερισμό, γιατί αν της δώσουμε σημασία, θα γεμίσουμε φαντάσματα θεολογικά, και το κήρυγμά μας δε θα είναι πλέον θεολογική διδασκαλία.

Ο υπερήφανος νους είναι γεμάτος φαντασίες όταν προσεύχεται. Κάνει κατά φαντασία προσευχή. Ο ταπεινός νους προσεύχεται ήσυχα μέσα στο «ταμείον» της καρδίας του. Όχι σπάνια, στις συναντήσεις με τα πονηρά πνεύματα ο υπερήφανος τραυματίζεται, φοβάται και αρρωσταίνει. Ο ταπεινός αδιαφορώντας προσπερνά.

Στο βίο αιρετικών και αιρεσιαρχών, διαπιστώνουμε, και μάλιστα με τα μάτια της συγχρόνου επιστήμης την οποία ασκούν ευσεβείς επιστήμονες ότι ορισμένες φορές ο ψυχισμός τους είναι διαταραγμένος ψυχιατρικώς. Αυτό φαίνεται λίγο και από την άρρωστη εμμονή τους σε όσα κάθε φορά πιστεύουν αλλά και από τη συνεχή τους σύγκρουση –λόγω αυτών των εμμονών- με τους τοπικούς επισκόπους. Το φαινόμενο μπορεί να εντοπιστεί κάλλιστα και σε λαϊκούς και κληρικούς, όχι απαραίτητα αιρετικούς.

Μιας και αναφέραμε τους επισκόπους, μεγάλο ρόλο παίζει η σχέση επισκόπου-πρεσβυτέρων. Η ιδανική εικόνα είναι όπως τη διαζωγραφεί ο επίσκοπος Αντιοχείας Ιγνάτιος: «όπως ακριβώς οι χορδές πάνω στην κιθάρα».

Η διαταραγμένη σχέση επισκόπου-πρεσβυτέρων, αντανακλάται και στο πνευματικό έργο των κατά τόπους ενοριών. «Αν η καρδιά του επισκόπου μου είναι βαριά μαζί μου, η προσευχή μου δεν ανεβαίνει στον ουρανό», έλεγε ο μακαριστός γέροντας Πορφύριος. Οφείλουμε τον προσήκοντα σεβασμό στους επισκόπους μας. Τούτο δε σημαίνει ότι αποκλείεται να διαφωνήσουμε σε μερικά θέματα όπως αίφνης αυτά της πίστεως, πάντα όμως μέσα σε πλαίσια αγάπης και αλληλοσεβασμού.

Δια της νοεράς προσευχής κατανοούμε πόσο εύκολα γινόμαστε παίγνια των δαιμόνων. Ο διάβολος κάλλιστα μπορεί να εκμεταλλευτεί τα ψυχολογικά μας κενά, την τάση μας να θέλουμε να ξεχωρίσουμε με την επίδειξη «έργου» και «κινήσεως», την κληρονομικότητά μας, την ιδιοσυγκρασία μας, το να θέλουμε να είμαστε το κέντρο της προσοχής των άλλων. Γι’ αυτό και οι φωτισμένοι πατέρες της εποχής μας, σαν όπως ο στάρετς Σέργιος τον οποίο βιογραφεί και παρουσιάζει τη διδασκαλία του ο πολύς Jean Claude Larchet ήταν πολύ σκεπτικιστές, για να μην πω αντίθετοι στη χρήση των όρων «ιεραποστολική συμπεριφορά» και «ομολογία πίστεως» θεωρώντας τους ξένους προς την ορθόδοξη νοοτροπία. Πέρασε ο καιρός που πείθαμε τους ανθρώπους μ’ αυτά που λέγαμε. Τώρα περιμένουν οι αλλόδοξοι και αλλόθρησκοι να δουν ποιοι είμαστε. Άλλωστε οι έμπειροι στους φοβερούς νοερούς πολέμους πατέρες ξέρουν ότι πίσω κι από την πιο «έντιμη» και «καλοπροαίρετη» και «αυτοθυσιαστική» δράση είναι πολύ πιθανό να κρύβεται ο δεξιός και πλέον επικίνδυνος ακοίμητος σκώληξ της κενοδοξίας, έτοιμος να καταβροχθίσει πρώτον και καλύτερο τον παπά! Να γιατί όταν πήγαν κάποτε στον π. Παΐσιο κάποιοι χριστιανοί εκπρόσωποι χριστιανικής «δράσης» και «κινήσεως», τους είπε χαριτολογώντας αλλά πολύ διακριτικά και εύστοχα: «Της δράσης είστε ή της βράσης;»

Το παθολογικό θρησκευτικό συναίσθημα κληρικών ή λαϊκών, γεννάει κενοδοξία και αίρεση πολλές φορές: π.χ οι φωτισμένοι και οι φωτισμένες, το να μιλάει κανείς συνεχώς για σαρκικά θέματα ή λεπτομερώς στις εξομολογήσεις ν’ αναλίσκεται σε αναλύσεις τέτοιου είδους, σπανιότερα από άμβωνος, η εμμονή στην εσχατολογία –άρχισε το σφράγισμα, να πάρουμε τα βουνά κ.λ.π- Όχι σπάνια, πιστοί έρχονται έχοντας ακούσει τέτοιου είδους κηρύγματα ή έχοντας «υποστεί» τέτοιου είδους εξομολογήσεις, σε κατάσταση ολίγον προ του ψυχιατρείου. Άλλη μια ψυχή πρό τινος δήλωνε πως ήταν τόσο λεπτομερείς οι ερωτήσεις του πνευματικού –δεν εξαιρούνται ούτε και αγιορείτες- που ενόμιζε πως διαπράττει πάλι την αμαρτία!

Ο προσευχόμενος αδιαλείπτως νους έχει την προσοχή συνεχώς εστραμμένη εντός του, στον εαυτό του, θεωρώντας όλους τους άλλους ανθρώπους καλύτερούς του, «είτε γιατί επρόκοψαν στην αρετή, είτε γιατί ως άμοιροι χάριτος θα ήταν πολύ καλύτεροί του αν την είχαν, διότι αυτός δεν εκτιμάει αυτό που έχει» σκέπτεται και πιστεύει. Πάντοτε αισθάνεται υποκάτω πάσης κτίσεως. Κι αν κάποιος τον πλησιάσει για να του εκμυστηρευτεί τον πόνο του ή να του πει δυο λογισμούς του, παρόλο που αισθάνεται ανάξιος να διακονήσει, προσφέρει μετά φόβου και τρόμου ό,τι χορηγεί η Θεία Χάρις. Και φέρνει και αποτέλεσμα και ανακούφιση στον άλλον. Ο άλλος αναχωρεί ανακουφισμένος και καλύτερος «μεγάλωσε η απόσταση ανάμεσά μας, εκείνος καλυτέρεψε, εγώ έμεινα εκεί που ήμουν, αλλά σε σχέση μ’ αυτόν χειροτέρεψα» σκέπτεται ο άνθρωπος του Θεού και όλο χαμηλώνει, βυθίζεται ατέρμονα σ’ αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «άβυσσο ταπεινώσεως» είτε είναι ενήμερος είτε όχι και τις πιο πολλές φορές δεν είναι.

Επειδή, πατέρες μου θίξαμε λίγο το θέμα νευροψυχικών διαταραχών, έχουμε να πούμε πως κι εδώ ως προσευχόμενοι ιερείς και ως πνευματικοί όσοι από εμάς, οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο άγιος Νεκτάριος με πολλές γνώσεις από τον ιατρικό χώρο, στις έξοχες 35 ποιμαντικές επιστολές του τις οποίες σας συνιστώ ένθερμα για μελέτη, έχει μία απαράμιλλη ικανότητα διακρίσεως δαιμονίου-ψυχασθένειας. Λέει συγκεκριμένα σε μια μοναχή η οποία φοβάται ότι έχει δαιμόνιο, πως δεν έχει δαιμόνιο, έχει την ψυχική ασθένεια της υστερίας, να πάρει τα φάρμακα που της συνιστά ο γιατρός, να ελαττώσει τους κόπους της νυχτερινής αγρυπνίας και συν Θεώ θα βρει τη γιατρειά της. «Η ασθένειά σου είναι σωματική και συνακόλουθα πάσχει και η ψυχή σου κατ’ αντανάκλασιν» της εξηγεί ευκρινέστατα. Άλλοτε αλλού ο άγιος είχε οράσεις δαιμόνων. Εδώ γιατί κάνει διαφορετική διάγνωση; Γιατί ο π Ιάκωβος Τσαλίκης έλεγε σε ανθρώπους: «εσύ θες εξορκισμό κι εσύ θες γιατρό;»

Οι προσευχόμενοι πατέρες είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να αποδίδουν εύκολα στο διάβολο επήρειες και διάφορα σωματικά συμπτώματα ενώ με ταπείνωση δέχονται –όταν και όπου πρέπει- τη συνδρομή της επιστήμης και της φαρμακοθεραπείας. Προσοχή χρειάζεται στις περιπτώσεις «διάσημων» δαιμονισμένων γυναικών π.χ σαν τη Μαρία από την Πάτρα, οι οποίες μαγνητοφωνούνται, όπως και σε κασέτες που κυκλοφορούν μεταξύ των πιστών. Προσοχή στους ομαδικούς εξορκισμούς. Δεν είναι τίποτε απ’ αυτά μέσα στην παράδοσή μας.

Σ’ ένα έξοχο βιβλίο του ιερομονάχου και ψυχίατρου π. Αντωνίου Στυλιανάκη, αποτελεί νομίζω και τη διδακτορική του διατριβή, «Οι θεραπείες των δαιμονιζομένων από ιατρικής απόψεως» αναφέρεται η περίπτωση ψυχικής νόσου κατά την οποία ο πάσχων προσποιείται τέλεια δαιμονική κρίση. Υπάρχει τέλεια μεταμφίεση εξωτερικά, χωρίς ο δαίμων να κατοικεί υποστατικά στην καρδιά του ασθενούς. Έπειτα από αυτές τις ανακαλύψεις καταλαβαίνουμε πόσοι «δαιμονισμοί» είναι όντως δαιμονισμοί και πόσοι ιερείς «εξορκιστές» όντως ξορκίζουν τα –ίσως ανύπαρκτα- δαιμόνια.

Μου διηγήθηκε ένας επίσκοπος μια εμπειρία του πάνω στο θέμα που συζητάμε: Όταν ήταν ιερεύς εξομολογείτο σ΄αυτόν μια γυναίκα η οποία ισχυριζόταν ότι έχει δαιμόνιο. Όποτε την διάβαζε φαινόταν ότι υφίστατο δαιμονική κρίση. Ο καιρός περνούσε και η ιστορία επαναλαμβανόταν. Βλέποντας ο ιερεύς ότι δεν υπάρχει πρόοδος και θεραπεία, τηλεφώνησε στο γέροντα Εφραίμ στην Αριζόνα των Η.Π.Α, ταπεινό και απλανή εργάτη της νοεράς προσευχής, διεθνώς γνωστόν. Ο γέροντας αφού άκουσε προσεκτικά τα όσα του είπε ο ιερεύς, τον ρώτησε: την ώρα της κρίσης που την πιάνει παρατήρησες αν φτιάχνει τη φούστα της για να μη φαίνονται τα πόδια της; Αν όχι, να το κάνεις την επόμενη φορά! Έκπληκτος ο ιερεύς, αποφάσισε να υπακούσει. Την επόμενη φορά που διάβασε «εξορκισμό» στη «δαιμονιζόμενη» έμεινε εμβρόντητος: έφτιαχνε με επιμέλεια τη φούστα της την ώρα της «κρίσης». Αμέσως ο ιερέας τηλεφωνεί στην Αριζόνα. Εξηγεί το συμβάν στο γέροντα κι εκείνος του λέει: είναι άρρωστη παιδί μου γιατί όσες έχουν δαιμόνιο δεν έχουν συναίσθηση ότι φαίνονται τα πόδια τους. Νευρική κρίση είναι. Στείλε τη στο γιατρό να πάρει φάρμακα. Έτσι κι έγινε. Πήγε στο γιατρό, πήρε φάρμακα και δύσκολα μεν, θεραπεύτηκε πάντως.

‘Άρα αποτελεί αδιακρισία κατά τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό, η τάση «ονομαστών» και «αυστηρών» κατά τ’ άλλα πνευματικών, η υπαγωγή όλων αυτών των καταστάσεων στην κατηγορία του δαιμονισμού. Ασυγχώρητο λάθος. Ασθενείς μένουν χωρίς θεραπεία και η κατάστασή τους επιδεινώνεται. Αυτός είναι ο κακώς εννοούμενος ζηλωτισμός και η στενοκεφαλιά ημών των ποιμένων!

Τονικοκλονικούς σπασμούς κάνει ο επιληπτικός, τονικοκλονικούς σπασμούς κάνει και ο δαιμονισμένος. Μεγάλη η ομοιότης των εξωτερικών συμπτωμάτων. Ο εγκέφαλος όμως του επιληπτικού, παρουσιάζει βλάβες στα σημεία της ή των επιληπτογόνων εστιών. Ο εγκέφαλος του δαιμονισμένου είναι υγιέστατος. Υπάρχουν βέβαια και σπάνιες και δυσκολότερες περιπτώσεις συνδρομής ψυχασθενείας και δαιμονισμού. Τότε καλά θα κάνουμε να ταπεινωνόμαστε και να ζητούμε τη γνώμη αγιασμένων εμπειρότερων πατέρων και -γιατί όχι- ευσεβών ψυχιάτρων. Μία έξυπνη απόπειρα διάγνωσης είναι, χωρίς ο πάσχων να βλέπει για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο υποβολής, να τον πλησιάσουμε με ένα σταυρό, ένα λείψανο, μία μικρή εικόνα κ.λ.π. Συνήθως το δαιμόνιο εκδηλώνεται. Ο ψυχασθενής παραμένει ήρεμος. Δεν αποκλείεται πάλι λέει κάποιος αγιασμένος πατήρ να υπάρχει δαιμόνιο λεπτό, και λανθάνον, κρυφό και να μην επιτρέπει ο Θεός να εκδηλωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή και στο συγκεκριμένο ιερέα για λόγους που εκείνος ξέρει. Γι’ αυτό, πατέρες μου, δε χάνουμε τίποτε αν ρωτούμε εμπειρότερους. «Ανήρ ασύμβουλος, καθ’ εαυτού πολέμιος».

Σε κάθε περίπτωση πάντως ωφελούν και οι ευχές υπέρ υγείας της Εκκλησίας μας, όπως, ξαναλέμε, και τα φάρμακα ορισμένες φορές. Μήπως και η δια φαρμάκων ίαση δεν αποτελεί ένα θαύμα του αγίου Θεού;

Αδιάκριτος -κατ’ εμέ- πνευματικός από μακρινό μέρος επέμενε να πάω εγώ να διαβάσω εξορκισμό σε κάποια γιαγιά πνευματικών του τέκνων, η οποία άρχισε να εκδηλώνει γεροντική άνοια δηλ. έπαιρνε χαρτοπετσέτες και τις φορούσε για κάλτσες. Τρομοκρατημένοι με κάλεσαν γιατί ο διάβολος μπήκε μέσα στη γριούλα. Λέω, αν, πνευματικέ μου, δε δώσουμε φάρμακα στην πάσχουσα και πάει και πέσει απ’ το γκρεμό, σε ποιανού το πετραχήλι θα κρεμαστεί; Κάλεσα έναν ευσεβή νευρολόγο της περιοχής μας, της έδωσε τα συγκεκριμένα φάρμακα κατά της ανοίας, ηρέμησε η γυναίκα, προχωράει βέβαια η ασθένεια, έχει τον ύπνο της η γιαγιά κι όποτε υπάρχει διάστημα ξέφωτου στο μυαλό της, είπα να την κοινωνούν. Οι διαλείψεις υγείας και νηφαλιότητας έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο βέβαια αλλά στη διάρκειά τους λέει και κάποιο «Κύριε ελέησον» η γυναίκα, κοινωνάει σπάνια, προσδοκά τη σωτηρία της κι αυτή με τον τρόπο που θέλησε ο Θεός. Δέ μπορεί να υποπτευόμαστε παντού το δαίμονα!

Η νοερά προσευχή μάς ανακαινίζει ψυχοπνευματικά. Η συνεχής προσευχή, αποξηραίνει τους ακαθάρτους λογισμούς, εκλεπτύνει τη σκέψη, εκχέει χαρά στην καρδιά, μαραίνει το πορνικό πνεύμα, αποδιώκει την οργή, αφαιρεί τη λύπη, απομακρύνει την αυθάδεια, εξαφανίζει την κατάθλιψη.

Το είδος και η ένταση του πάθους δεν ενδιαφέρουν το Χριστό. Δεν υπάρχει άλλωστε πάθος που να μην μπορεί Εκείνος να το μεταμορφώσει.

Τον ενδιαφέρει απλώς ν’ αγωνιζόμαστε εναντίον του όποιου πάθους μας. Από κει κι έπειτα Εκείνος κανονίζει τα πάντα, «ποεί την έκβασιν» όπως λέμε. Και κάτι άλλο: τα πάθη δεν ξεριζώνονται. Αποτελεί τούτο βουδιστική πλάνη. Τα πάθη μεταμορφώνονται εν Χριστώ.

Η νοερά προσευχή ασκείται και στον κόσμο. Ο Μέγας Φώτιος ο οποίος είχε επιφορτιστεί με τις ευθύνες διοικήσεως της τεράστιας επισκοπής της Κωνσταντινουπόλεως είχε προκόψει σ’ αυτήν σε τέτοιο βαθμό, ώστε όπως εξιστορεί ο βιογράφος του, το πρόσωπό του έλαμπε ως δευτέρου Μωϋσέως. Οι εξωτερικές συνθήκες δεν την εμποδίζουν. Μάλλον η τεμπελιά μας την εμποδίζει.

Στην νοερά προσευχή αντιτίθενται και κληρικοί, όχι μόνον λαϊκοί. Ας θυμηθούμε το φοβερό για τα εκκλησιαστικά πράγματα 14ο αιώνα, τις ησυχαστικές έριδες, τον θρίαμβο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και τις ησυχαστικές συνόδους του 1341, 1347, και 1351 στην Κωνσταντινούπολη οι οποίες κατοχύρωσαν τη διδασκαλία του αγίου περί της δυνατότητος του ανθρώπου αφού καθαρθεί να ιδεί το άκτιστο Φως του Χριστού μας, μάλιστα πολύ ευκολότερα με τη νοερά προσευχή.

Οι Λατίνοι βέβαια με τη γνωστή τους διδασκαλία περί της κτιστής χάριτος και της υποτιμήσεως του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εκπορεύεται que Filio, και εκ του Υιού (αναφέρουμε μόνο δύο από το πλήθος των κακοδοξιών τους) τα’ χουν μπερδέψει όλα τούτα, κατανοώντας τα μ’ ένα τρόπο κοσμικό και σωματικό, όπως συνέβη και με τον καταδικασθέντα Βαρλαάμ και την πλάνη του Βαρλααμισμού.

Επειδή θίξαμε παραπάνω την ιεραποστολή λέγοντας πως πρέπει να προσέχουμε στη χρησιμοποίηση του όρου όπως και αυτού της ομολογίας πίστεως, επανερχόμαστε στο θέμα προς διασάφηση όρων και άρση τυχόν παρεξηγήσεων.

Η κοινωνία μας σήμερα είναι πλουραλιστική, πολυπολιτισμική. Δέ θα δώσουμε μαρτυρία πίστεως; Δε θα πούμε στους «εκτός» τι σημαίνει Ορθοδοξία για να φωτιστούν κι εκείνοι; Δεν είναι εγωιστικό να κρατάμε το θησαυρό μόνο για μας; Δεν πρέπει να μας διακρίνει ιεραποστολικός οίστρος; Απαντώ: όχι, να μη μας διακρίνει ιεραποστολικός οίστρος. Να μας διακρίνει ζήλος να τακτοποιήσουμε τα του οίκου του ο καθένας μας και καταλαβαίνετε τι εννοώ, μη τυχόν το αλλοιωμένο φρόνημά μας αλλοιώνει κι αυτά που λέμε. Αν πάλι αυτά που λέμε είναι σωστά δόξα τω Θεώ, να κοιτάξουμε αν όντως τηρούμε αυτά που λέμε. Εφόσον πάραυτα καλούμεθα απ’ το Θεό να είμαστε προσεκτικοί, ειλικρινείς και προπαντός αφανάτιστοι.

Άκουγα τις προάλλες έναν πνευματικό που σε μία παρέα χριστιανών διηγιόταν πώς αντιμετώπισε μία ομάδα ιεχωβιτών καταβρέχοντάς τους με ένα λάστιχο και όλοι γελούσαν αυτάρεσκα! Ωραία όντως ποιμαντική!

Σήμερα, ακόμη κι αν είσαι έτοιμος να αμυνθείς για τα δίκαια του ελληνικού περιούσιου λαού, ακόμη κι αν δηλώσεις έτοιμος να πέσεις υπέρ πίστεως και πατρίδος, ακόμη κι αν ορθώσεις τείχη άμυνας απέναντι στον παγκόσμιο σιωνισμό που μας απειλεί, δεν κάνεις τίποτε. Αποτελείς ίσως μια γραφική φιγούρα που θυμίζει αλλοτινές εποχές, χρησιμοποιείς κλισέ από πατερικά κείμενα, ομολογουμένως σωστά αλλά δεν πείθεις. Γιατί δεν πείθεις; Γιατί ο Θεός είναι πάνω κι έξω από αυτά τα γραφικά και οι άνθρωποί του, οι άγιοι είναι εκείνοι που με την προσευχή τους κινούν την Ιστορία και θα κρίνουν τον κόσμο. Ο αλλοδαπός, ο Ευρωπαίος, ο αλλόδοξος και ο αλλόθρησκος θα κοιτάξουν αν πρωτίστως υπάρχει εντός σου αγιότητα. Αυτό θέλουν. Κι όπου υπάρχει αυτό, όλα τ’ άλλα κηρυκτικά παράσιτα βουβαίνονται. Αυτό φέρνει και την ανάπαυση. Και των ημετέρων και των υπεναντίων.

Σημασία δεν έχει να επαναλαμβάνω την «πατερική αυθεντία», σημασία έχει να ζω όπως οι πατέρες κι αυτό να φαίνεται στα λόγια μου και τη συμπεριφορά μου. Οι πατέρες δεν είναι μουσειακά εκθέματα προς τέρψιν οφθαλμών και ακοής, είναι προς βρώσιν και προς πόσιν. Αρκούμαστε σε μια εξωτερική μίμηση έργων και λόγων των πατέρων, ξεχνάμε όμως πως όλ’ αυτά, ήταν αποτέλεσμα ολονύκτιων δεήσεων και δακρύβρεχτων προσευχών. Αυτό που φαίνεται κι έχει πέραση το αντιγράφουμε, το δεύτερο και κοπιαστικό το αγνοούμε ηθελημένα γιατί είμαστε κληρικοί της άνεσης. Κατά τ’ άλλα νομίζουμε ότι είμαστε μιμηταί της εκείνων βιοτής αλλά τι κρίμα, γιατί-τάχα η ποιμαντική μας δε φέρνει αποτέλεσμα; Μήπως γιατί δέ μας πιστεύουν οι ποιμαινόμενοι; Τον άγιο Νικόλαο, αναφέρει ο π. Ανανίας Κουστένης, μόνο που τον έβλεπαν οι αιρετικοί, θέλανε να γίνουν ορθόδοξοι. Τέτοια αγιότητα εξέπεμπε! Ποια παγκοσμιοποίηση θα φοβόταν ένας σύγχρονος άγιος Νικόλαος, ένας σύγχρονος άγιος; Ένας όντως παγκοσμιοποιημένος άνθρωπος που τους χωράει όλους; Φαντασίες θα φοβάται;

Εμείς νομίζουμε, λόγω ανασφάλειας, ότι είμαστε άκρως απαραίτητοι παντού. Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Ελλείψει ημών ίσως κάποιοι άλλοι να κάνουν τη δουλειά μας πιο καλά από εμάς. Ελλείψει ιεραποστόλων, κάνει ο Θεός ο Ίδιος ιεραποστολή. Όταν επί αυτοκράτορος Ηρακλείου χάσαμε τον Τίμιο Σταυρό από τους Πέρσες, όσο Αυτός βρισκόταν στην Περσία έκανε ο Ίδιος ιεραποστολή. Οι καλοπροαίρετοι εκ των Περσών ειδωλολάτρες, έβλεπαν το Τίμιο Ξύλο, τους είλκυε η χάρη του και ομολογούσαν το Χριστό. Ένα τέτοιο παιδί που κατηχήθηκε από τον Τίμιο Σταυρό, αλλοιώθηκε, ομολόγησε τον Εσταυρωμένο Ιησού Χριστό κι εμαρτύρησε. Ποιους ιεραποστόλους άκουσε; Ποια συστηματική ιεραποστολή υπήρξε στην Περσία τότε; Εκτός αυτού, πολλές φορές εμείς οι ίδιοι με τη ζωή μας, γινόμαστε εμπόδιο στο έργο του Θεού. Γι’ αυτό να προσέχουμε και να προσευχόμαστε πατέρες μου.

Χρειάζεται να σχολιάσουμε λίγο το θέμα της διαστάσεως δόγματος-ήθους. Αν και η Εκκλησία μας καταδικάζοντας το Νεστόριο και τον Ευτυχή στις Γ’ εν Εφέσω και Δ’ εν Χαλκηδόνι το 431 και 451 αντίστοιχα Οικουμενικές Συνόδους, εδογμάτισε την ένωση των δύο φύσεων του Χριστού μας ασυγχύτως, ατρέπτως (Ε) και αδιαιρέτως, αχωρίστως (Ν), σαν να μη το ζούμε αυτό, εμείς οι σημερινοί χριστιανοί. Όπως ακριβώς ο Νεστόριος χώριζε τις δύο φύσεις του Χριστού έτσι κι εμείς χωρίζουμε το βίωμά μας σε λόγια-έργα, το χώρο σε ιερό-βέβηλο, το χρόνο σε ιερό-βέβηλο ως και τα μέλη του σώματός μας σε ιερά-βέβηλα. Ο χώρος και ο χρόνος είναι ευλογημένοι γιατί ο Κύριος είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Το Χριστό δεν τον ενδιαφέρει ο χώρος στον οποίο κινούμαστε ή χρόνος της όποιας δραστηριότητάς μας. Το ενδιαφέρει ο τρόπος μας στον οποιοδήποτε χωροχρόνο. Όχι το που και το πότε αλλά το πώς. Όπως και τα μέλη του σώματός μας όλα είναι στολισμένα με την Άκτιστη Χάρη του Χριστού μας από τότε που βαπτιστήκαμε. Δεν έμειναν κάποια απ’ έξω! Τίμιος ή άτιμος είναι ο λογισμός μας όχι τα μέλη του σώματός μας. Δεν έχουμε νου Χριστού και μάτια Χριστού γι’ αυτό και ο λογισμός μας είναι πονηρός.

Ο π. Πορφύριος, ξέρετε, μια φορά χωρίς να ξέρει έκανε αγιασμό σ’ ‘έναν…οίκο ανοχής! ‘Ήταν Θεοφάνεια. Η ιδιοκτήτρια του οίκου του είπε να μην περάσει μέσα, γιατί «αυτές» δεν έκανε να φιλήσουν το Σταυρό. Και ο (απαθής) πατήρ επιτιμητικά: «Αυτές, έχουν καλύτερη ψυχή από σένα. Εσύ να μη προσκυνήσεις. Εγώ είμαι παπάς και δεν μπορώ να φύγω από εδώ, πάω παντού! Φώναξέ τες να προσκυνήσουν». Όπως κι έγινε. Ο (απαθής) πατήρ, τις αγίασε και τους είπε να γνωρίσουν το Χριστό και θα είναι ευτυχισμένες. Έφυγε με πολύ μεγάλη χαρά στην καρδιά που τους κήρυξε το Χριστό. Αυτό σημαίνει Ορθόδοξη θεολογία στην πράξη!

Μη μου πείτε τώρα ότι δεν ήξερε και πήγε και πως αν ήξερε δε θα πήγαινε γιατί κι εγώ θα σας απαντήσω πως το γεγονός είναι πως πήγε και τα άλλα είναι δικές μας υποθέσεις και πως ο Θεός κανόνισε να μην ξέρει εκείνος πού πάει (αν δεν ήξερε) για να πάρουμε εμείς οι ασθενείς το μάθημά μας!

Όπως πάλι ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής συνέφυρε τις δύο φύσεις του Χριστού, αναδεικνύοντας τη θεία φύση Του ως μοναδική, έτσι κι εμείς ορισμένες φορές δείχνουμε τέτοια περιφρόνηση προς τα υλικά και σωματικά ενώ ασχολούμεθα τόσο πολύ πια με τα πνευματικά και άϋλα που θυμίζουμε μονοφυσίτες, γνωστικούς, μανιχαίους και πλατωνιστές. Το βίωμά μας θυμίζει το στυλ των Καθαρών της πρώτης Εκκλησίας. Κάποτε είχα μία συζήτηση με την κυρία Αρβελέρ, τη γνωστή βυζαντινολόγο μας. Μου λέει λοιπόν σε κάποιο σημείο της κουβέντας κάπως πειραχτικά: - Εσείς, πάτερ, μπήκατε στα ράσσα για σώσετε την ψυχή σας; Της απαντάω κι εγώ πειραχτικά στο ύφος της: - Μα ποια ψυχή κυρία Αρβελέρ; Μ’ ενδιαφέρει πρωτίστως να σώσω το σώμα μου που το βλέπω, την ψυχή μου δεν την βλέπω. Πάντως υπό τις συνθήκες που ζούμε, δια του σώματος που μου έδωσε ο Θεός, αντιλαμβάνομαι ότι έχω ψυχή. Άλλωστε ο Κύριος μάς έδωσε να κοινωνούμε το Σώμα Του και το Αίμα Του αν δεν κάνω λάθος! Η κυρία Αρβελέρ έμεινε εμβρόντητη προφανώς γιατί συνειδητοποίησε ότι η Πλατωνική της παιδεία τής έκανε τη ζημιά να μην μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει Ορθοδοξία. Όχι πως είναι λίγοι και οι χριστιανοί – λαϊκοί ή κληρικοί – που πιστεύουν τα ίδια. Τι λέει ο Πλάτων; Το σώμα είναι τιποτένιο, φυλακή και τάφος της ψυχής. Το ίδιο λένε και ο αποκρυφισμός και όλα τα παρακλάδια της Νέας Εποχής. Υποτιμούν (με ασχημίες κιόλας) το σώμα. Τι λέει ο Χριστός; Το σώμα είναι ναός του Θεού που θα αναστηθεί μετά θάνατον συνημμένο με την ψυχή του, όπως ανέστη και το σώμα του Χριστού. Άν σ’ αυτή τη ζωή δεν έχω καλή σχέση με το σώμα μου, υποτιμώντας το, περιφρονώντας το ή μεταχειριζόμενος αυτό όπως δε θέλει ο Χριστός, η δυσαρμονία αυτή ψυχής- σώματος θα με συνοδεύει εις τους αιώνας.

Χωρίζουμε επίσης τους ανθρώπους εύκολα σε «εντός» - «εκτός» Εκκλησίας. Καταντήσαμε να πιστεύουμε σε clubs «σεσωσμένων». Να πιστεύουμε σε πρόσωπα και όχι στο Χριστό. Φτάσαμε οι πνευματικοί να αστυνομεύουμε τη ζωή των πιστών, αντί να τους οδηγούμε προς το Χριστό για να τους αναλάβει Εκείνος. Κι όταν καταπιεσμένοι αναχωρούν από εμάς, μάλλον ο Κύριος τους οδηγεί να απομακρυνθούν από εμάς διότι δεν ωφελούνται, τους προσάπτουμε την ετικέττα του «πνευματικού μοιχού». Απαιτούμε, για να μην πω επαιτούμε, υπακοή μοναστικού κοινοβίου ενίοτε, από τα πνευματικά μας τέκνα, χωρίς εμείς οι ίδιοι να είμαστε έμπειροι μιας τέτοιας υπακοής.

Όσον αφορά στα κατηχητικά, θα σας εξομολογηθώ ανωνύμως βέβαια, λόγια πνευματικού μου τέκνου, περί κακής κατηχητικής αγωγής: μας μαθαίνανε παπούλη, ότι εμείς που πάμε στο κατηχητικό είμαστε καλά παιδιά, ενώ τα παιδάκια που δεν έρχονται δεν είναι καλά παιδιά, και όταν μιλάμε σε άλλους ανθρώπους να μην τους κοιτάμε στα μάτια γιατί είναι κακό(!) Παιδιά που μεγάλωσαν –ατυχώς- μέσα σε τέτοιου είδους κατηχητικά σχολεία, πατέρες μου, σήμερα αντιμετωπίζουν οξύτατα ψυχολογικά προβλήματα και δεν μπορούν ούτε γάμο ν’ αποφασίσουν ούτε μοναχισμό. Όταν είναι κακό να κοιτώ τον άλλο στα μάτια και το πιστεύω, έτσι γαλουχήθηκα, πως θα παντρευτώ; Τυφλός παντρεύεται κανείς; Τυφλός δημιουργεί οικογένεια;

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, είναι γεγονός ότι η άσκηση της νοεράς προσευχής και στον κόσμο, εξομαλύνει λίγο-λίγο αυτές τις καταστάσεις. Τις διαπιστώνουμε και στηλιτεύοντάς τες τις καταπολεμούμε. Εύχεσθε και για μένα πατέρες μου να συντύχω κωπηλάτας τους νόας ώστε όλοι μαζί, ποιμένες και ποιμαινόμενοι να τύχουμε της αιωνίου αφθίτου μακαριότητος, η οποία αρχίζει από τούτη κιόλας τη ζωή, εις τους αιώνας μετά του Χριστού μας, της Παναγίας Μητέρας Του και πάντων των αγίων. ΑΜΗΝ!

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode