Ερμηνεία Ιβ΄(12ου) κεφαλαίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

2017-08-31 23:30

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄ (12)

2017-05-05 22:32

1 Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπορεύθη ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων· οἱ δὲ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπείνασαν, καὶ ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ἐσθίειν. 

Για ποιο λόγο ο Ιησούς οδήγησε τους μαθητές Του ανάμεσα από τα σπαρμένα χωράφια;

Πράγματι, καταλύει την αργία του Σαββάτου ο Κύριος όχι όμως άνευ λόγου. Αφενός μεν ήθελε να δοξασθεί το όνομα του Πατέρα Του, αφετέρου δε δια να αποκαλύψει την αδυναμία των Ιουδαίων. Προβάλλει εδώ ως επιχείρημα την πείνα των μαθητών Του. Εσύ όμως πρόσεξε κάτι πολύ σπουδαιότερο, ότι οι μαθητές του Κυρίου αν και είχαν φτάσει σε σημείο μεγάλης πείνας δεν εγκατέλειψαν καθόλου τον Κύριο καταφρονώντας έτσι τις ανάγκες του σώματος.

2 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ· ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου ποιοῦσιν ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν σαββάτῳ. 

Παρατηρούμε πως οι Φαρισαίοι δεν εξοργίστηκαν, απλά κατηγόρησαν την πράξη των μαθητών. Όταν όμως θεράπευσε ο Χριστός την “ξηρανθείσαν χείραν” τότε εξαγριώθηκαν τόσο πολύ ώστε θέλησαν να τον εξαφανίσουν. Όπου δηλαδή δεν γίνεται κάτι το πολύ γενναίο ησυχάζουν, όταν όμως βλέπουν ανθρώπους να σώζονται ταράσσονται και γίνονται πιο βάναυσοι απ’ όλους. Τόσο μεγάλοι εχθροί της σωτηρίας των ανθρώπων είναι!

Πως όμως απολογείται ο Χριστός για την πράξη των μαθητών Του;

 δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυῒδ ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱμετ᾿ αὐτοῦ

4 πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἐξὸν ἦν αὐτῷ φαγεῖν οὐδὲ τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ, εἰ μὴ μόνοις τοῖς ἱερεῦσι; 

Όταν δηλαδή απολογείται για το παράδειγμα των μαθητών επικαλείται τον Δαυίδ, όταν όμως απολογείται για τις δικές Του πράξει επικαλείται τον Πατέρα Του.

Το παράδειγμα του Δαυίδ ασφαλώς δεν είναι όμοιο με την προκειμένη περίσταση. Διότι ο Δαυίδ μεν δεν παρενέβην απλώς το Σάββατο, αλλά έκανε κάτι ακόμη πιο σοβαρό έφαγε από τους άρτους της προθέσεως τους οποίους μόνον οι ιερείς μπορούσαν να φάγουν. Και μη μου πεις ότι αυτός ήταν προφήτης, διότι θα σου πω, ναι όμως δεν ήταν ιερεύς. Άλλωστε και στους συντρόφους του έδωσε να φάγουν οι οποίοι ούτε προφήτες δεν ήταν αλλά ούτε και ιερείς.

Με το παράδειγμα λοιπόν του Δαυίδ ο Χριστός αποστομώνει τους Φαρισαίους, αλλά δεν σταματάει εκεί αλλά συνεχίζει:

5 ἢ οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τοῖς σάββασιν οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ τὸ σάββατον βεβηλοῦσι, καὶ ἀναίτιοί εἰσι; 

6 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι τοῦ ἱεροῦ μεῖζόν ἐστιν ὧδε. 

Οι Ιερείς αναίτια δηλαδή και χωρίς ανάγκη βεβηλώνουν το Σάββατο, αλλά παραμένουν ακατηγόρητοι διότι αυτό επιτάσσει ο νόμος του Θεού. Εδώ όμως μπροστά τους στέκεται κάτι πολύ σπουδαιότερο από τον νόμο. Ίσταται ο ίδιος  ο Νομοθέτης ο οποίος ο Αυτός ο Ίδιος έχει την εξουσία να απαλλάξει τους μαθητές Του από κάθε κατηγορία.

7 εἰ δὲ ἐγνώκειτε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν, οὐκ ἂν κατεδικάσατε τοὺς ἀναιτίους. 

8 κύριος γάρ ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου.

Είναι λοιπόν οι μαθητές Του αθώοι και για έναν ακόμη λόγο, διότι ο Υιός του ανθρώπου ως Νομοθέτης είναι Κύριος και του Σαββάτου.

Θα πει κάποιος: - Δηλαδή ο Χριστός καταργεί τόσο μεγάλη ωφέλεια που ήταν η τήρηση του Σαββάτου;

-Απ. Ο Κύριος δεν κατήργησε τίποτα. Απλά επέκτεινε την αργία του Σαββάτου στην καθημερινότητα. Αφού αυτός που ζει κάθε μέρα σαν να είναι Σάββατο τότε γι’ αυτόν κάθε μέρα είναι γιορτή και έτσι σκέπτεται καθημερινά την πνευματική ωφέλεια τόσο του ιδίου όσο και των συνανθρώπων του. Είναι ήδη πραγματικός πολίτης των ουρανών αφού ζει σαν να βρίσκεται ήδη στον ουρανό. Αυτός τηρεί στην πραγματικότητα και το Σάββατο και κάθε εορτή.

Θα πει και πάλι κάποιος: -Μα αυτή η οδός είναι στενή και γεμάτη θλίψεις.

 –Ναι, αλλά και η προηγούμενη που ακολουθούσες ήταν αδιάβατος και γεμάτη από άγρια θηρία… 

9 Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν. 

10 καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἦν ἐκεῖ τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἔξεστι τοῖς σάββασι θεραπεύειν; ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. 

Άλλοι ευαγγελιστές λέγουν ότι έβαλλε τον άνθρωπο να σταθεί στη μέση της Συναγωγής ώστε να καμφθεί ο εγωισμός τους.

Όπως όμως και να’ χει το πράγμα οι σκληροί και μισάνθρωποι προτίμησαν να βλάψουν την δόξα του Θεού παρά να δουν άνθρωπο αυτόν να θεραπεύεται. Και ρώτησαν οι σκληροί και απάνθρωποι αν επιτρέπεται να θεραπεύσει κανείς την ημέρα του Σαββάτου με σκοπό να εμποδίσουν την θεραπεία αυτού αλλά και άλλων δύστυχων ανθρώπων. Η ερώτησή τους σαφώς δεν είχε σκοπό την γνώση, αλλά την κατηγορία.

11 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τίς ἔσται ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος ὃς ἕξει πρόβατον ἕν, καὶ ἐὰν ἐμπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς βόθυνον, οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ; 

12 πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου; ὥστε ἔξεστι τοῖς σάββασι καλῶς ποιεῖν. 

Ο φιλάνθρωπος Κύριος όμως τους απαντά, θέλοντας να τους ωφελήσει και να εμβάλλει μέσα τους αισθήματα φιλανθρωπίας και τους παρουσιάζει με το παράδειγμα αυτό τον ωραίο συλλογισμό που ακούσαμε παραπάνω.

13 τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα· καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.

Ο Ιησούς βέβαια πριν τον ασθενή ήθελε να θεραπεύσει και τον φθόνο των Φαρισαίων, αλλά αυτοί ήταν περισσότερο φιλάργυροι και κακοί, παρά φιλάνθρωποι. Παρά ταύτα όμως τίποτα δεν λύγισε την σκληροκαρδία τους και έτσι προχώρησε στην επιτέλεση του θαύματος.

14 ᾿Εξελθόντες δὲ οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον κατ᾿ αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν. 

Χωρίς σε τίποτα να αδικηθούν επιχείρησαν να τον φονεύσουν. Τόσο μεγάλο κακό είναι ο φθόνος!

15 ῾Ο δὲ ᾿Ιησοῦς γνοὺς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν· καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας, 

Ο Ιησούς όμως αντιλήφθηκε τις προθέσεις τους και αναχώρησε από κει.

Και τώρα ερωτούμε: -Που είναι όλοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι θέλουν να βλέπουν θαύματα; Διότι ο Ιησούς απέδειξε ότι η αχάριστη ψυχή δεν πιστεύει ούτε με τα θαύματα. Άρα οι αχάριστες ψυχές περισσότερο απ’ όλα εξαγριώνονται βλέποντας θαύματα! Και όταν δουν κάποιον να θεραπεύεται γίνονται θηρία ανήμερα!

16 καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μὴ φανερὸν ποιήσωσιν αὐτόν, 

Ο Ιησούς όλους τους ασθενείς θεράπευσε, αλλά τους επιτίμησε να μη πουν σε κανέναν ότι θεραπεύτηκαν από Κείνον. Και για να μην απορήσεις και κυριευθείς από φόβο  από την παράδοξη μανία των Φαρισαίων, παρουσιάζει και τον προφήτη ο οποίος τα προείπε όλα αυτά:

17 ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 

18 ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ· 

19 οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνήν αὐτοῦ. 

20 κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει, ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν 

21 καὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι. 

Τι είπε λοιπόν ο προφήτης; «Ιδού ο Υιός μου ο αγαπητός, τον οποίο εξέλεξα και εις τον οποίο ευαρεστήθει η ψυχή μου. Θα βάλω το Πνεύμα μου επάνω του και θα αναγγείλει δικαιοσύνη στα έθνη. Δεν θα φιλονικήσει, ούτε θα κραυγάσει, ούτε θ’ ακούσει κανείς τη φωνή του στις πλατείες. Ψυχές που ομοιάζουν με ραγισμένη κάλαμο δεν θα συντρίψει, και λίχνο που πλησιάζει να σβήσει δεν θα τον σβήσει, μέχρις ότου νικήσει η δικαιοσύνη του Θεού. Και εις το όνομά του θα στηρίξουν οι εθνικοί τις ελπίδες τους».

Εδώ ο προφήτης υμνεί την πραότητα και την απερίγραπτη δύναμη του Κυρίου και ανοίγει μεγάλη θύρα προς τους εθνικούς. Συγχρόνως αποδεικνύει την ομόνοιά Του με τον Πατέρα Του.

Τι σημαίνει όμως η φράση «Μέχρις ότου νικήσει η δικαιοσύνη του Θεού»; -Αυτό σημαίνει ότι όταν καταστήσει γνωστά όλα τα σχέδιά Του, τότε θα τιμωρήσει και τους ασεβείς. Το κακό δηλαδή δεν θα θριαμβεύει αιώνια.

22 Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ κωφός, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτόν, ὥστε τὸν τυφλὸν καὶ κωφὸν καὶ λαλεῖν καὶ βλέπειν·

Η πονηριά του δαίμονος είχε κλείσει όλες τις θύρες με τις οποίες εκείνος μπορούσε να πιστέψει. Ο Χριστός όμως τις άνοιξε και τις δύο. 

23 καὶ ἐξίσταντο πάντες οἱ ὄχλοι καὶ ἔλεγον· μήτι οὗτός ἐστιν  Χριστὸς  υἱὸςΔαυῒδ

Ενώ οι όχλοι θαύμαζαν οι Φαρισαίοι είπαν:

24 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες εἶπον· οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια εἰμὴ ἐν τῷ Βεελζεβούλ, ἄρχοντι τῶν δαιμονίων.

Οι μισάνθρωποι παρότι είχε φύγει από κοντά τους ο Κύριος ο φθόνος τους δεν έσβησε, αντιθέτως αφού δεν κατάφεραν να τον φονεύσουν φρόντισαν τουλάχιστον να μειώσουν την φήμη Του με συκοφαντίες.

Πως μπορεί όμως κανείς να απαλλαγεί από το φοβερό αυτό αμάρτημα του φθόνου που λίγο ή πολύ όλους μας ταλαιπωρεί;

- Πολύ εύκολα μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Κλαύσε λοιπόν και στέναξε. Θρήνησε και παρακάλεσε τον Θεό. Μάθε ότι βρίσκεσαι σε φοβερό αμάρτημα και μετανοείς. Εάν έτσι σκεφτείς γρήγορα θ’ απαλλαγείς από την ασθένεια αυτή». Το αμάρτημα αυτό το αφήνουμε συνήθως να ριζώνει μέσα μας και δεν το καταπολεμούμε. –

-Πότε κανείς κατηγόρησε αυστηρά τον εαυτό του επειδή φθόνησε κάποιον;

-         -Πότε κανείς παρακάλεσε τον Θεό γι’ αυτό το πάθος του ώστε να τον ευσπλαγχνισθεί;

Κανείς ποτέ δεν το έκανε αυτό. Και γιατί; Διότι αυτός που φθονεί στην πραγματικότητα δεν βλάπτει εκείνον που φθονεί, αλλά σπρώχνει το ξίφος στον ίδιο του τον εαυτό. Μάλιστα είναι αποδεδειγμένο ότι όσο πιο πολύ φθονεί κανείς κάποιον τόσο περισσότερο πρόξενος καλών πραγμάτων γίνεται γι΄αυτόν. Βλέπε για παράδειγμα τους δέκα αδελφούς του Ιωσήφ υιούς του Ιακώβ.

Όμως και εντός της Εκκλησίας υπάρχει μεγάλος φθόνος. Και μάλιστα μεγαλύτερος σε μας τους κληρικούς παρά ανάμεσα στο ποίμνιο.

Ποιος όμως είναι ο λόγος που κάποιος φθονεί κάποιον άλλον; Μήπως οι τιμές και οι έπαινοι που του γίνονται; Μα αυτά πολλές φορές οδηγούν σε κενοδοξία και σε υπερηφάνεια. Γι΄αυτά λοιπόν φθονούμε; Ας πάρουμε λοιπόν την προσοχή μας από τις τιμές, τις αρχές και τις εξουσίες για τις οποίες φθονούμε τον διπλανό μας, και ας στρέψουμε όλη μας την προσοχή στο πως θα ζήσουμε με αρετή την υπόλοιπη ζωή μας.

Θαυμάζουμε όμως αυτόν που έχει εξουσία στα χέρια του; Όμως ας σκεφτούμε, αυτός που έχει εξουσία ομοιάζει μ’ αυτόν που συγκατοικεί με μια όμορφη γυναίκα και καλή, αλλά του τίθεται νόμος να μην την κοιτάξει ποτέ με ακόλαστο βλέμμα. Διότι αυτοί που έχουν εξουσία πολλές φορές αυτή η εξουσία τους έκανε υβριστές και οργίλους, τους αφαίρεσε τον χαλινό της γλώσσας. Αυτούς λοιπόν θαυμάζουμε που βρίσκονται σε τόσο μεγάλο κίνδυνο; Ας σκεφτούμε επίσης πόσους εχθρούς και κόλακες, αλλά και κατήγορους έχει ο άνθρωπος που έχει εξουσία.

Μα θα πει κάποιος χαίρει όμως και μεγάλης εκτιμήσεως. – Και τι μ΄αυτό; Όσο περισσότερο τιμάται κάποιος από τους ανθρώπους τόσο περισσότερες φροντίδες και στενοχώριες έχει, ενώ παράλληλα διατρέχει έντονο τον κίνδυνο να προβεί σε παράφρονες ενέργειες εξαρτώμενος από την γνώμη αυτών που τον θαυμάζουν.

Ας αποφεύγουμε λοιπόν την δόξα του κόσμου και ας επιζητούμε την πραγματική δόξα που είναι αιώνια και επουράνια. 

 33. ποιήσατε τὸ δένδρον καλόνκαὶ τὸν καρπόν αὐτοῦ καλὸν  ποιήσατε τὸδένδρον σαπρόνκαὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρονγινώσκεται.

Στην ουσία να τι τους είπε: “Κανείς από σας δεν κατηγόρησε αυτούς που θεραπεύτηκαν, ούτε είπε ότι είναι κακό πράγμα η απελευθέρωση από τα δαιμόνια. Δεν καταγγείλατε συνεπώς τα έργα, αλλά αυτόν που τα έπραξε”. Η κατηγορία τους δεν συμβιβάζoνταν με την κοινή λογική αλλά με την αναισχυντία. Επειδή δεν μπορούσαν να διατυπώσουν καμιά κατηγορία εναντίον των έργων, τα οποία είναι ο καρπός, κατηγόρησαν τελικά το δέντρο.

34.γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε ἀγαθὰ λαλεῖν πονηροὶ ὄντες; ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ.

“Δεν εκπλήσσομαι λοιπόν απ’ αυτές τις κατηγορίες σας. Καθόσον έχετε ανατραφεί με τρόπο κακό και κατάγεστε από πονηρούς προγόνους, κληρονομήσατε  και πονηρή διάνοια”. Τους ονομάζει γεννήματα οχιών επειδή καυχιόντουσαν για τους προγόνους τους. Αν ήταν τέκνα του Αβραάμ, τα έργα του Αβραάμ έπρεπε να κάνουν. Τους απομακρύνει λοιπόν κι απ’ αυτήν την φαντασία και τους παρουσιάζει την μόνην αλήθεια. Ότι δηλαδή οι πρόγονοί τους ήταν τελικά ίδιοι μ’ αυτούς.

Κανείς δεν θα τιμωρηθεί μόνο εξαιτίας των λόγων του αλλά και εξαιτίας των πονηρών σκέψεών του. Και είναι φυσικό επακόλουθο να ξεχειλίζει το στόμα από το περίσσευμα της καρδιάς, διότι ό,τι λέγεται, λέγεται από το περίσσευμα που υπάρχει στο εσωτερικό της καρδίας.

Πολλές φορές όμως η γλώσσα από ντροπή δεν εκχέει όλη μαζί την πονηρία η οποία είναι συσσωρευμένη.Επειδή η καρδιά δεν έχει κανέναν μάρτυρα, γεννά χωρίς φόβο όσα κακά θέλει διότι δεν την ενδιαφέρει και πολύ ο Θεός. Όταν όμως αυξηθούν πολύ τα εντός ευρισκόμενα, τότε εξέρχονται με μεγάλο θόρυβο αυτά που προηγουμένως εκρύπτοντο καλά στο εσωτερικό.

 35.ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρά.

Μη νομίζεις όμως ότι αυτά που ελέχθηκαν προηγουμένως ισχύουν μόνο για τους πονηρούς το αυτό συμβαίνει και στην αγαθότητα.

 36.λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως·

Αργός λόγος είναι εκείνος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ο ψευδής που περιέχει συκοφαντία. Μερικοί λένε ότι είναι και ο λόγος που λέγεται χωρίς κανέναν σκοπό, όπως για παράδειγμα αυτός που προκαλεί άτακτο γέλωτα ή ο αισχρός, ο αναίσχυντος ή ο φαύλος.

37.ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ.

Ο δικαστής δηλαδή δεν θα βγάλει την απόφαση με βάση όσα κάποιος άλλος είπε εναντίον σου, αλλά απ’ όσα εσύ ο ίδιος είπες. Πράγμα που είναι το πιο δίκαιο απ’ όλα. Καθόσον είσαι ελεύθερος να πεις κάτι ή να μην το πεις. Δεν πρέπει λοιπόν να αγωνιούν και να τρέμουν οι κατηγορούμενοι, αλλά αυτοί που κατηγορούν. Διότι ο επίβουλος άνθρωπος τον εαυτό του βλάπτει πρώτο. Εκείνος που κλωτσά καρφιά τα πόδια του τελικά θα τρυπήσει.

Επομένως δεν είναι κακό το να αδικείται κανείς, αλλά  το να αδικεί. Και αν ακόμη είσαι πεπεισμένος για την κατηγορία και απολύτως βέβαιος γι’ αυτήν, μη βιαστείς να κακολογήσεις, διότι αν τον κακολογήσεις εσύ τελικά θα κατακριθείς για την κακία σου.Ο Θεός δεν θα αποφασίσει με βάση τα όσα έπραξε εκείνος που κατηγορείς, αλλά με βάση τα όσα εσύ είπες. Διότι λέγει από τους λόγους σου θα καταδικαστείς. Αυτός που αμάρτησε έχει δικαστή να τον δικάσει, επομένως μη προσπαθείς να αρπάξεις το αξίωμα του Μονογενούς!

Εσύ όμως επιθυμείς να δικάζεις;  Υπάρχει δικαστήριο για σένα που σου προσφέρει κέρδος και όχι ζημία. Τοποθέτησε στην συνείδησή σου ως δικαστή την λογική και φέρε στο μέσο όλα τα αμαρτήματά σου. Ξεκίνα τότε να δικάζεις. Κι αν η συνείδησή σου πάει να ξεγλιστρήσει κατηγορώντας ως υπεύθυνους άλλους για τα αμαρτήματα που διέπραξες, πες της: -απολογήσου και μη κατηγορείς! Εξέταζε τα δικά σου αμαρτήματα και όχι των άλλων. Μην αφήσεις καμία δικαιολογία, καμία πρόφαση να αλαφρύνει την θέση σου. Αν σου πει ο τάδε με έκανε να οργισθώ ή να σκανδαλιστώ ή ακόμη και αυτός ο διάβολος με ερέθισε προς όλες αυτές τις κακίες που διέπραξα πες της: - Ναι, αλλά είχες την δυνατότητα να μην οργισθείς, να μην σκανδαλιστείς, να μην αμαρτήσεις.

Όταν κάνεις αυτήν την εξέταση, φρόντισε κανείς να μην σε ενοχλεί. Η καταλληλότερη ώρα είναι αυτή  λίγο πριν τον βραδινό ύπνο.  Εκεί μέσα στην ησυχία στήσε αυτό το ευλογημένο δικαστήριο.

Ακόμη και για τα μικρά σου αμαρτήματα να ζητάς μεγάλες ευθύνες. Αν αυτό το κάνεις καθημερινά, τότε θα παρουσιαστείς με παρρησία ενώπιον του μεγάλου κρητού. Ο Απόστολος Παύλος έλεγε: «Εάν λοιπόν εξετάζαμε τον εαυτό μας ο καθένας, τότε δεν θα καταδικαζόμεθα». Εμείς όμως δεν κάνουμε αυτό, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Μόλις κατακλιθούμε φέρνουμε στον νου μας όλα τα βιοτικά, τις ακάθαρτες σκέψεις, τα συμβόλαια, τα δάνεια, τις άσκοπες φροντίδες. Μέσα σ’ αυτόν τον βόρβορο των παθών ακόμη και τα όνειρά μας είναι ακάθαρτα και μας καταδιώκουν. Έτσι όταν ξημερώσει η ψυχή είναι κυριευμένη από τέτοιου είδους ακάθαρτες  φαντασίες και ορισμένες φορές προχωρεί στην πραγματοποίηση αυτών που φαντάστηκε.

Κι αν σου φαίνεται  πολύ κοπιαστικό το ασκείς καθημερινά την αρετή, τότε σκέψου: ποιος κόπος απαιτείται για να μην κατηγορείς, να μην ψεύδεσαι, να μην ορκίζεσαι και να μην οργίζεσαι κατά του πλησίον σου; Αντιθέτως το να κάνει κανείς το αντίθετο, δηλαδή το να κατηγορεί, να ψεύδεται να οργίζεται είναι πολύ πιο κοπιαστικό και επίπονο. Ποια λοιπόν δικαιολογία, ποια συγχώρηση μπορούμε να αντλήσουμε από τον Δεσπότη Χριστό; Διότι γίνεται φανερό απ’ όλα όσα ελέχθησαν  ότι είμαστε σ’ αυτήν την άθλια πνευματική κατάσταση όχι από αδυναμία, αλλά από οκνηρία και αδιαφορία. 

38.Τότε ἀπεκρίθησάν τινες τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν.

39.  δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖκαὶσημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰμὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.

Σαν να μην είχε συμβεί ως τότε κανένα θαύμα τώρα λέγουν «θέλουμε να δούμε ένα θαύμα». Γιατί το είπαν αυτό και με ποιο σκοπό; -Για να βρουν και πάλι αφορμή κατηγορίας για να κατηγορήσουν. Κι ενώ άλλοτε τον υβρίζουν, τώρα τον αποκαλούν «διδάσκαλο» ώστε διά της κολακείας να προσπαθήσουν να τον παγιδέψουν.

Ο Ιησούς όμως  τους επιπλήττει και για να τους δείξει ότι βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τον Πατέρα Του, τους αποκαλεί «γενεά πονηρά και μοιχαλίδα», επειδή πάντοτε και τώρα και στο παρελθόν συμπεριφέρονταν οι ισραηλίτες με αγνωμοσύνη απέναντι στις Θείες ευεργεσίες.

Αυτή τη φορά τους υπόσχεται να δουν κάτι παρόμοιο με το θαύμα του Ιωνά προλέγοντας έτσι την Ανάστασή Του:

40.ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας.

Πρόσεξε! Δεν είπε εντός της γης, αλλά εντός της καρδίας της γης ώστε να δηλώσει την όντως ταφή Του, άρα και την μετέπειτα εκ νεκρών Ανάστασή Του.

Στην περίπτωση του Ιωνά οι Νινευίτες ωφελήθηκαν από το κήρυγμα μετανοίας του προφήτου, μετανόησαν, νήστεψαν και η πόλη τους δεν καταστράφηκε. Στην παρούσα όμως περίπτωση οι Ιουδαίοι δεν ωφελήθηκαν  καθόλου από την τριήμερη ταφή και Ανάσταση του Κυρίου και γι’ αυτό ο Ιησούς λέει:

41. ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.

Ο Ιωνάς παρέμεινε μέσα στην κοιλιά του κήτους για τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ο Ιησούς στην καρδιά της γης για το ίδιο χρονικό διάστημα, ο Ιωνάς ήταν δούλος, ενώ ο Ιησούς Κύριος, ο Ιωνάς εξήλθε από το κήτος, ενώ ο Χριστός από τον τάφο, ο Ιωνάς κήρυξε την καταστροφή, ο Ιησούς την ουράνιο βασιλεία, οι νινευίτες πίστεψαν χωρίς να δουν θαύμα, ενώ οι Ιουδαίοι απίστησαν βλέποντας πολλά θαύματα, για τον Ιωνά κανείς δεν προείπε τίποτα, για τον Χριστό όλοι οι προφήτες κήρυξαν, ο Ιωνάς δεν δέχονταν να ονειδιστεί προς χάριν των σωζομένων, ο δε Χριστός υπέμεινε σταυρικό θάνατο, ο Ιωνάς ήταν ξένος, αλλοεθνής, ο Χριστός συγγενής τους κατά σάρκα και άλλα πολλά… διά τούτο:

 42. βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶνος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε.

Πράγματι η βασίλισσα περί της οποίας ομιλεί ο Χριστός διέσχισε χιλιάδες χιλιόμετρα για να ακούσει την σοφία του βασιλέως Σολομώντος αψηφώντας κάθε κίνδυνο, διότι εκτός των άλλων ήταν και γυναίκα. Ο Χριστός πήγε ο ίδιος να συναντήσει τους ισραηλίτες επισκέπτονταν κάθε πόλη και χωριό, κι ενώ ο Σολομώντας  μίλησε στην «βασίλισσα του νότου» για δένδρα και ξύλα που δεν μπορούσαν να της προσφέρουν καμία ωφέλεια, ο Χριστός  μίλησε στους ιουδαίους για τα άρρητα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών.

Αφού λοιπόν τους απέδειξε την ενοχή τους, η οποία δεν οφείλονταν στην αδυναμία του Διδασκάλου, αλλά στην σκληροκαρδία τους, τους αναφέρει  τώρα και την επικείμενη τιμωρία που θα τους συμβεί:

 

43.  Ὅταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπουδιέρχεται δι᾿ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσινκαὶ οὐχ εὑρίσκει.

44. τότε λέγει· εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκεισχολάζοντα καὶ σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον.

45.τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει μεθ᾿ ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματαπονηρότερα ἑαυτοῦκαὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖκαὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτωνοὕτως ἔσται καὶ τῇ γενεᾷ τῇ πονηρᾷταύτῃ.

Έτσι, όταν στο παρελθόν οι ισραηλίτες προσκυνούσαν τα είδωλα και θυσίαζαν τα παιδιά τους στους δαίμονες, ο Θεός παρόλα αυτά μακροθύμησε και δεν τους εγκατέλειψε. Τούτη όμως τη φορά περιέπεσαν σε πολύ μεγαλύτερη αμαρτία, αφού δεν φόνευσαν απλά προφήτες και απεσταλμένους του Θεού, αλλά εμένα τον ίδιο λέει ο Κύριος, διά τούτο θα υποστείτε πολύ χειρότερες τιμωρίες. Ας θυμηθούμε τι είπε σε εκείνον τον παράλυτο: «Μη αμαρτάνεις πλέον για να μην σου συμβεί τίποτα χειρότερο» και το είπε σ’ εκείνον τον άνθρωπο που παρέμεινε παράλυτος για τριάντα οκτώ χρόνια!

Το ότι λοιπόν ο Κύριος μακροθυμεί στις αμαρτίες μας, αυτό δεν πρέπει να μας δίνει θάρρος, αλλά να φοβούμαστε περισσότερο.

Που λοιπόν τώρα είναι εκείνοι που επιζητούν τα θαύματα; Ας ακούσουν ότι απαιτείται ευγνώμων διάθεση και αν δεν υπάρχει αυτή κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφέλεια  βλέποντας θαύματα.

Θα πει κάποιος πώς να νοιώσουμε σήμερα κατάνυξη αφού μας μιλάς για την κόλαση, για τις φλόγες που δεν σβήνουν, για τον πόνο που δεν περνά, αλλά ολοένα μεγαλώνει. Κι όμως είναι πολύ ευχάριστο πράγμα να ακούει κανείς τα της γεέννης του πυρός, διότι είναι πολύ τρομερό πράγμα να περιπέσει κανείς εκεί, άρα με τέτοιους και παρόμοιους λόγους μπορεί κάποιος να συνετιστεί και να ελευθερωθεί από την σκλαβιά της αμαρτίας. Ας χαράξουμε βαθιά στον νου μας ότι αν δεν μετανοήσουμε όχι μόνο κόλαση, αλλά και αισχύνη θα εισπράξουμε, διότι θα μας κατακρίνουν πολλοί που σήμερα φαίνονται στα μάτια μας υποδεέστεροι.

Μέχρι πότε θα συνεχίζουμε την ζωή της άνεσης; Μέχρι πότε θα συνεχίζουμε τη ζωή την τρυφηλή; Δεν βαρεθήκαμε την αδιαφορία, τον γέλωτα, την αναβολή; Και να ξανά οι κορεσμοί, τα τραπεζώματα, τα χρήματα, τα κτήματα, οι οικοδομές. Και ποιο το τέλος όλων αυτών; - Ο θάνατος! η στάχτη! οι σκώληκες!

Ας επιδείξουμε λοιπόν μία καινούρια ζωή, ας κάνουμε την γη ουρανό, έτσι αν οι ασεβείς δουν ότι εμείς ζούμε με ευσέβεια, θα είναι σαν να βλέπουν την βασιλεία των ουρανών! Όταν θα δουν ότι είμαστε επιεικείς, καθαροί από οργή, από πονηρές επιθυμίες, από φθόνο, από πλεονεξία, τότε θα πουν: Εάν οι χριστιανοί έχουν γίνει εδώ στην γη άγγελοι, τι θα γίνει όταν θα ανέβουν στον ουρανό; Πόσο θα λάμψουν;

Μόνο δώδεκα άνθρωποι οδήγησαν στον Χριστό ολόκληρες πόλεις και χωριά, φανταστείτε τι θα γίνει αν όλοι μας γίνουμε διδάσκαλοι φροντίζοντας για τον τρόπο της ζωής μας.

Ένα θαύμα μπορεί να γίνει και να το δούμε, όμως θα φύγει, η ευσέβεια είναι αυτή που θα παραμένει και θα καλλιεργεί και τις ψυχές των αδελφών.

Δεν σου λέω τίποτα το φορτικό, δεν σου λέω μην νυμφεύεσαι, δεν σου λέω άφησε τις πόλεις και απομακρύνσου, αλλά ζήσε προσπαθώντας να γίνεις ενάρετος. Ας μην πει κανείς έχω γυναίκα και παιδιά και δεν προφταίνω. Πάρε απλά μία γενναία απόφαση, τότε καμία φροντίδα δεν θα μπορέσει να σου σταθεί εμπόδιο. Ο Ιωσήφ ήταν δούλος, ο Δανιήλ νέος, ο Ακύλας τεχνίτης, ο Κορνήλιος εκατόνταρχος, ο Τιμόθεος ασθενής, ο Ονήσιμος δραπέτης, τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν τους εμπόδισε στο να προοδεύσουν στην αρετή.

46. Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ. 47. εἶπε δέ τις αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ζητοῦντές σε ἰδεῖν. 48. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; 49. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· 50.  ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν.

            Τι θέλει να πει εδώ ο Χριστός; -Ότι ούτε η θαυμαστή κυοφορία της Παρθένου ωφελεί αν δεν υπάρχει αγαθή διάθεση και αν λείπει η αρετή. «Ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι οι αδελφοί μου»; Και αυτό δεν το έλεγε διότι ντρέπονταν για την μητέρα του, διότι αν ντρέπονταν δεν θα γεννιόταν από εκείνη την μήτρα, αλλά για να δηλώσει ότι αυτή δεν είχε να ωφεληθεί σε τίποτα από το γεγονός αυτό εάν δεν έπραττε όλα τα πρέποντα. Διότι εκείνο που έπραξε η Θεοτόκος πήγαζε από περιττή φιλοδοξία, διότι ήθελε να δείξει στα πλήθη ότι εξουσιάζει και κατευθύνει τον υιό της, επειδή δεν ήταν ακόμη σε θέση να φανταστεί κάτι σπουδαίο περί Αυτού και γι’ αυτό τον πλησίασε με τρόπο τελείως ακατάλληλο. Πρόσεξε λοιπόν την υπερηφάνεια αυτής και εκείνων. Διότι έπρεπε να ακούσουν την ομιλία Του μαζί με το πλήθος περιμένοντας να τελειώσει τον λόγο Του, αλλά δίχως να περιμένουν τον φωνάζουν έξω, και μάλιστα παρουσία πολλών άλλων. Και τι ήταν αυτό που ήθελαν να του πουν; Διότι αν ήταν για τα δόγματα της αληθείας έπρεπε την συζήτηση αυτή να την κάνουν παρουσία όλων για να ωφεληθούν. Όμως αυτό το έκαναν από φιλοδοξία. Ο Ιωάννης μάλιστα μαρτυρεί ότι ούτε οι αδελφοί του πίστευαν σ’ Αυτόν. Ο Χριστός λοιπόν με αυτή την μετρία επιτίμηση υπενθυμίζει στην Παναγία ότι δεν είναι μόνον υιός της, αλλά και Κύριός της. Μία είναι η πραγματική συγγένεια, το να πράττει κανείς το θέλημα του Θεού. Διότι είναι δυνατόν ο κατά σάρκα γονέας να μην είναι πατέρας, και αυτός που δεν εγέννησε να είναι.

            Βέβαια ας προσέξουμε ότι δεν έβγαλε καταδικαστική απόφαση διότι δεν είπε δεν είναι αυτή μητέρα Μου και αυτοί δεν είναι αδελφοί μου, αλλά είπε ότι αν θέλουν να είναι πραγματικά μητέρα και αδελφοί Μου θα πρέπει να πράξουν το θέλημα του Πατρός Μου. Με αυτή λοιπόν την ενέργειά Του ο Χριστός όπως και άλλοτε στον εν Κανά γάμο θεράπευσε τον πάθος της κενοδοξίας και παράλληλα απέδωσε την πρέπουσα τιμή.

 

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode