Οι ψαλμοί της Παλαιάς Διαθήκης μεθ' ερμηνευτικών σχολίων- Ψαλμοί 51-100

2017-07-17 00:27

Ψαλμός πεντηκοστός πρώτος (να΄)

 

Τι εγκαυχά εν κακία ο δυνατός; Ανομίαν όλην την ημέραν, αδικίαν ελογίσατο η γλώσσα σου, ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον. Ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπέρ του λαλήσαι δικαιοσύνην. Ηγάπησας πάντα τα ρήματα καταποντισμού, γλώσσαν δολίαν. Δια τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος· εκτίλαι σε και μεταναστεύσαι σε από σκηνώματος σου και το ρίζωμα σου εκ γης ζώντων. ΄Οψονται δίκαιοι και φοβηθήσονται και επ΄αυτόν γελάσονται και ερούσιν. Ιδού άνθρωπος, ός ούκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ΄ επήλπισεν επί τω πλήθει του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη επί τη ματαιότητι αυτού. Εγώ δε, ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού· ήλπισα επί το έλεος του Θεού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Εξομολογήσομαι σοι εις τον αιώνα, ότι εποίησας και υπομενώ το όνομά σου, ότι χρηστόν εναντίον των οσίων σου.

 

            Ο ψαλμός αυτός συνετέθη όταν ο Δαυίδ επισκέφθηκε τον αρχιερέα Αβιμέλεχ. Ο Δώηκ (ένας από τους ποιμένες του Σαούλ) ανέφερε την φιλοξενία αυτή του Αβιμέλεχ στον Σαούλ ο οποίος διέταξε να φονευθεί ο αρχιερέας . Ο Δαυίδ εξοργίστηκε από την προδοσία του Δώηκ και έγραψε αυτόν τον ψαλμό.

            «Τι εγκαυχά εν κακία»: Ο Δαυίδ μπαίνει κατευθείαν στο θέμα. Είναι πολύ αγανακτισμένος από την προδοσία του Δώηκ. Ο Δώηκ όχι μόνο πρόδωσε αλλά έσφαξε ο ίδιος τον αρχιερέα Αβιμέλεχ. Διατί καυχάσαι; Επειδή έσφαξες τους αδύνατους;

            «Αδικία ελεγίσατο η γλώσσα σου»: άδικους λογισμούς εφθέγξατο η γλώσσα σου.

            «Ηγάπησας κακίαν»: Στο έγκλημα αυτό παρακινήθηκες από την κακία σου.

            «Αδικίαν υπέρ του λαλήσαι», «ηγάπησας ρήματα καταποντισμού»: λόγια τα οποία σε οδήγησαν στον καταποντισμό.

            «Εκτίλαι σε»: Θα σε μαδίσει όμως ο Θεός.

            «Μεταναστεύσαι σε»: Η μετανάστευση θεωρούνταν τότε η μεγαλύτερη τιμωρία.

            «Όψονται δίκαιοι και φοβηθήσονται»: Δηλαδή θα δουν οι δίκαιοι την πτώση του Δώηκ και τότε θα καταπληχθούν.

            «Επ’ αυτόν γελάσονται»: Άλλο συναίσθημα των δικαίων η ενδόμυχος χαρά ως συναίσθημα ικανοποιήσεως, όχι όμως χαιρεκακίας.

            Από την άλλη ο Δαυίδ νιώθει ότι είναι ευλογημένος «ως ελαία κατάκαρπος» και ότι έτσι θα παραμείνει «εις τον αιώνα και εις τον αιώνα», πάντοτε και σε κάθε αντίξοη περίσταση.

            «Εξομολογήσομαί σοι εις τον αιώνα… υπομενώ το όνομά σου»: Αναμένει υπομονετικά την σωτηρία του. 

 

Ψαλμός πεντηκοστός δεύτερος (νβ΄)

 

Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού· Ούκ έστι Θεός. Διεφθάρησαν και εβδελύχθησαν εν ανομίαις, ούκ έστι ποιών αγαθόν. Ο Θεός εκ του ουρανού διέκυψεν επί τους υιούς των ανθρώπων, του ιδείν εί έστι συνιών ή εκζητών τον Θεόν. Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ούκ έστι ποιών αγαθόν, ούκ έστιν έως ενός. Ουχί γνώσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν, οι κατεσθίοντες τον λαόν μου εν βρώσει άρτου; τον Κύριον ούκ επεκαλέσαντο. Εκεί εφοβήθησαν φόβον, ού ούκ ήν φόβος· ότι ο Θεός διεσκόρπισεν οστά ανθρωπαρέσκων, κατησχύνθησαν, ότι ο Θεός εξουδένωσεν αυτούς. Τις δώσει εκ Σιών το σωτήριον του Ισραήλ; εν τω επιστρέψαι τον Θεόν την αιχμαλωσίαν του λαού αυτού, αγαλλιάσεται Ιακώβ και ευφρανθήσεται Ισραήλ.

 

                Είπε αυτός που του διασαλεύτηκε η λογική, δηλαδή είπε ο τρελός ότι δεν υπάρχει Θεός.

            «Ουχί γνώσονται»; Δεν θα καταλάβουν επιτέλους ότι υπάρχει Θεία δίκη;

            «Οι κατεσθίοντες τον λαόν μου εν βρώσει άρτου»: Γιατί; Διότι δεν υπολογίζουν ότι ο Θεός τους βλέπει γι’ αυτό είναι πλεονέκτες, όμως ο Θεός «διεσκόρπισεν οστά ανθραπαρέσκων» δηλαδή θα τους αφήσει άταφους. Αυτή εκείνη την εποχή θεωρούνταν η μεγαλύτερη ατιμία. 

 

Ψαλμός πεντηκοστός τρίτος (νγ΄)

 

Ο Θεός εν τω ονόματι σου σώσον με και εν τη δυνάμει σου κρινείς με. Ο Θεός, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι τα ρήματα του στόματος μου. ΄Οτι αλλότριοι επανέστησαν επ΄εμέ και κραταιοί εζήτησαν την ψυχήν μου και ού προέθεντο τον Θεόν ενώπιον αυτών. Ιδού γαρ ο Θεός βοηθεί μοι και ο Κύριος αντιλήπτωρ της ψυχής μου. Αποστρέψει τα κακά τοις εχθροίς μου, εν τη αληθεία σου εξολόθρευσον αυτούς. Εκουσίως θύσω σοι, εξομολογήσομαι τω ονόματι σου, Κύριε, ότι αγαθόν. ΄Οτι εκ πάσης θλίψεως ερρύσω με και εν τοις εχθροίς μου επείδεν ο οφθαλμός μου.

 

                «Εν τω ονόματί σου σώσον με»: Όχι λοιπόν διά τις πράξεις μας, αλλά διά το όνομά Σου θα μας σώσεις.

            «Και εν τη δυνάμει σου κρίνον με»: Σ΄αυτήν την παντοδυναμία κατέφυγε ο Δαυίδ όταν τον δίωκε ο Σαούλ.

            Ο Δαυίδ γνωρίζει εκ πείρας ότι ο Θεός δεν θα τον αφήσει αβοήθητο «αποτρέψει τα κακά». Πως; «Εν τη αλήθειά σου» δηλ. επειδή είσαι αξιόπιστος Κύριε στους λόγους Σου και στις υποσχέσεις Σου.

            «Εξομολογήσομαι»: Εδώ η εξομολόγηση είναι δοξολογία.

            «Επείδεν ο οφθαλμός μου»: Με την εμπιστοσύνη του αυτή στον Θεό του ο Δαυίδ βλέπει αφ’ υψηλού και μετά μεγαλοπρεπείας την δίκαιη τιμωρία των εχθρών του.

Ψαλμός πεντηκοστός τέταρτος (νδ΄)

 

Ενώτισαι, ο Θεός, την προσευχήν μου και μή υπερίδης την δέησιν μου. Πρόσχες μοι και εισάκουσον μου· ελυπήθην εν τη αδολεσχία μου και εταράχθην από φωνής εχθρου και από θλίψεως αμαρτωλού. ΄Οτι εξέκλιναν επ΄εμέ ανομίαν και εν οργή ενεκότουν μοι. Η καρδία μου εταράχθην εν εμοι και δειλία θανάτου επέπεσεν επ΄εμέ. Φόβος και τρόμος ήλθεν επ΄εμέ και εκάλυψε με σκότος. Και είπα· Τίς δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω; Ιδού εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω. Προσεδεχόμην τον Θεόν, τον σώζοντα με από ολιγοψυχίας και από καταιγίδος. Καταπόντισον, Κύριε και καταδίελε τας γλώσσας αυτών, ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει. Ημέρας και νυκτός κυκλώσει αυτήν επί τα τείχη αυτής· ανομία και κόπος εν μέσω αυτής και αδικία. Και ούκ εξέλιπεν εκ των πλατειών αυτής τόκος και δόλος. ΄Οτι εί ο εχθρός ωνείδισε με, υπήνεγκα αν· και εί ο μισών επ΄εμέ εμεγαλορρημόνησεν, εκρύβην αν απ΄αυτού. Σύ δε, άνθρωπε ισόψυχε, ηγεμών μου και γνωστέ μου. ΄Ος επί το αυτό εγλύκανας μοι εδέσματα, εν τω οίκω του Θεού επορεύθην εν ομονοία. Ελθέτω δη θάνατος επ΄αυτούς και καταβήτωσαν εις άδου ζώντες· ότι πονηρία εν ταις παροικίαις αυτών, εν μέσω αυτών. Εγώ προς τον Θεόν εκέκραξα και ο Κύριος εισήκουσέ μου. Εσπέρας και πρωί και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελώ και εισακούσεται της φωνής μου. Λυτρώσεται εν ειρήνη την ψυχήν μου από των εγγιζόντων μοι· ότι εν πολλοίς ήσαν συν εμοί. Εισακούσεται ο Θεος και ταπεινώσει αυτούς ο υπάρχων προ των αιώνων. Ού γαρ έστιν αυτοίς αντάλλαγμα, ότι ούκ εφοβήθησαν τον Θεόν. Εξέτεινε την χείρα αυτού εν τω αποδιδόναι· εβεβήλωσαν την διαθήκην αυτού. Διεμερίσθησαν από οργής του προσώπου αυτού και ήγγισαν αι καρδίαι αυτών· ηπαλύνθησαν οι λόγοι αυτών υπέρ έλαιον και αυτοί είσι βολίδες. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου και αυτός σε διαθρέψει· ου δώσει εις τον αιώνα σάλον τω δικαίω. Σύ δε, ο Θεός, κατάξεις αυτούς εις φρέαρ διαφθοράς. Άνδρες αιμάτων και δολιότητος ού μή ημισεύσωσι τας ημέρας αυτών· εγώ δε, Κύριε, ελπιώ επί σε.

 

 

 

Ψαλμός πεντηκοστός πέμπτος (νε΄)

 

Ελέησον με ο Θεός, ότι κατεπάτησε με άνθρωπος όλην την ημέραν, πολεμών έθλιψε με. Κατεπάτησαν με οι εχθροί μου όλην την ημέραν, ότι πολλοί οι πολεμούντες με από ύψους. Ημέρας ου φοβηθήσομαι, εγώ δε ελπιώ επί σε. Εν τω Θεώ επαινέσω τους λόγους μου, επί τω Θεώ ήλπισα· ου φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι σαρξ. ΄Ολην την ημέραν τους λόγους μου εβδελύσσοντο· κατ΄εμού πάντες οι διαλογισμοί αυτών εις κακόν. Παροικήσουσι και κατακρύψουσιν· αυτοί την πτέρναν μου φυλάξουσιν, καθάπερ υπεμειναν την ψυχήν μου. Υπερ του μηθενός σώσεις αυτούς, εν οργή λαούς κατάξεις, ο Θεός. Την ζωήν μου εξήγγειλα σοι· έθου τα δάκρυα μου ενώπιον σου, ως και εν τη επαγγελία σου. Επιστρέψουσιν οι εχθροί μου εις τα οπίσω· εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαι σε, ιδού έγνων ότι Θεός μου ει συ. Επί τω Θεώ αινέσω ρήμα, επί τω Κυρίω αινέσω λόγον. Επί τω Θεώ ήλπισα, ου φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι άνθρωπος. Εν εμοί ο Θεός, ευχαί, ας αποδώσω αινέσεώς σου. Ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου, τους οφθαλμούς μου από δακρύων και τους πόδας μου από ολισθήματος, του ευαρεστήσαι ενώπιον Κυρίου, εν φωτί ζώντων.


 «Κατεπάτησέ με άνθρωπος» εκθέτει ο ψαλμωδός την λύσσα εναντίον του των εχθρών του (Του Σαούλ, των Φιλισταίων).

            «Ημέρας ου φοβηθήσομαι»: Ουδόλως θα φοβηθεί τον πόλεμο των εχθρών του διότι βρίσκεται μέσα στη χάρη του Θεού. Ο πόλεμος των εχθρών του εναντίον του Δαυίδ γινόταν «όλην την ημέραν» ήταν αδιάκοπος.

            «Παρακινήσουσι και κατακρύψουσιν» εγκαθίστανται πλησίον του παραμονεύοντες για να του στήσουν παγίδες.

            «Καθάπερ υπέμεινα τη ψυχή μου»: Όση επιμέλεια έδειχνα εγώ για να διατηρηθώ στη ζωή, τόση ήταν η μανία τους εναντίον μου.

            «Υπέρ του μηθενός σώσεις αυτούς»: Ας χαθούν ανεπιστρεπτί. Μη τους σώσεις αυτούς επ’ ουδεμίας τιμής.

            «Εν οργή λαού κατατάξεις», «την ζωή μου εξήγγειλά σοι»: Τα πάντα σου είπα Θεέ μου, τίποτα δεν έκρυψα, «έθου τα δάκρυά μου ενώπιόν σου» ο Θεός έλαβε τα δάκρυα του Δαυίδ υπόψη Του για να τον σώσει.

 

 

Ψαλμός πεντηκοστός έκτος (νστ΄)

 

Ελέησόν με ο Θεός, ελέησον με· ότι επί σε πέποιθεν η ψυχή μου και εν τη σκιά των πτερύγων σου ελπιώ, έως ου παρέλθη η ανομία. Κεκράξομαι προς τον Θεόν τον Ύψιστον, τον Θεόν τον ευεργετήσαντά με. Εξαπέστειλεν εξ ουρανού και έσωσέ με, έδωκεν εις όνειδος τους καταπατούντας με. Εξαπέστειλεν ο Θεός το έλεος αυτού και την αλήθειαν αυτού και ερρύσατο την ψυχήν μου εκ μέσου σκύμνων· εκοιμήθην τεταραγμένος. Υιοί ανθρώπων, οι ιδόντες αυτών όπλα και βέλη και η γλώσσα αυτών μάχαιρα οξεία. Υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός και επί πάσαν την γην η δόξα σου. Παγίδα ητοίμασαν τοις ποσί μου και κατέκαμψαν την ψυχήν μου· ώρυξαν προ προσώπου μου βόθρον και ενέπεσον εις αυτόν. Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου· άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου. Εξεγέρθητι η δόξα μου, εξεγέρθητι ψαλτήριον και κιθάρα· εξεγερθήσομαι όρθρου. Εξομολογήσομαι σοι εν λαοίς Κύριε, ψαλώ σοι εν έθνεσι. Ότι εμεγαλύνθη εως των ουρανών το έλεος σου και εως των νεφελών η αλήθεια σου. Υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός και επί πάσαν την γην η δόξα σου.

 

«Ελέησόν με ο Θεός» Βόλε με Κύριε «εν τη σκιά των πτερύγων σου». Ο Κύριος πράγματι απόστειλε το έλεός Του και τον διέσωσε από τον Σαούλ. «Υψώθητι επί τους ουρανούς». Παρακαλεί ο Δαυίδ ώστε διά του λυτρωμού του εκ των εχθρών του η δόξα του Θεού να υψωθεί στον ουρανό και στη γη. Όμοιο με το «ελθέτω η βασιλεία Σου ως εν ουρανώ και επί της γης».

Ο Δαυίδ ευχαριστεί εκ των προτέρων: «Κατέκαμψαν την ψυχή μου» λύγισον την ψυχή μου, «ώρυξαν… βόθρον» αλλά «ενέπεσαν εις αυτόν».

«Ετοίμη η καρδία μου»: Αφού είναι έτοιμη η καρδιά μου στους πειρασμούς, είναι έτοιμη και να υμνολογήσει τον Κύριο.

«Εξεγέρθητι η δόξα μου», ως δόξα εννοεί την ψυχή του.

«Εξερθήσομαι όρθρου»: Ο Δαυίδ θέλει να ξυπνήσει λίαν πρωί για να ψάλλει στον Κύριο, ας τον συνοδεύσουν τα όργανα «ψαλτήριον και κιθάρα» που ως τότε σιγούσαν λόγω πένθους.

«Εξομολογήσομαί σοι εν λαοίς». Η δοξολογία θα εξέλθει και έξω από τα όρια της Παλαιστίνης. Και πράγματι! Μέχρι σήμερα εις τα πέρατα της οικουμένης έφτασαν οι ψαλμοί του βασιλέως Δαυίδ.

«Υψώθητι επί τους ουρανούς ο Θεός και επί πάσαν την γην η δόξα σου».

                 

Ψαλμός πεντηκοστός έβδομος (νζ΄)

 

Ει αληθώς άρα δικαιοσύνην λαλείτε, ευθείας κρίνετε, οι υιοί των ανθρώπων. Και γαρ εν καρδία ανομίαν εργάζεσθε εν τη γη, αδικίαν αι χείρες υμών συμπλέκουσι. Απηλλοτριώθησαν οι αμαρτωλοί από μήτρας, επλανήθησαν από γαστρός, ελάλησαν ψευδή. Θυμός αυτοίς κατά την ομοίωσιν του όφεως, ωσεί ασπίδος κωφής και βυούσης τα ώτα αυτής, Ήτις ουκ εισακούσεται φωνής επαδόντων, φαρμάκου τε φαρμακευομένου παρά σοφού. Ο Θεός συντρίψει τους οδόντας αυτών εν τω στόματι αυτών· τας μύλας των λεόντων συνέθλασεν ο Κύριος. Εξουδενωθήσονται ωσεί ύδωρ διαπορευόμενον· εντενεί το τόξον αυτού, εως ου ασθενήσουσι. Ωσεί κηρός τακείς ανταναιρεθήσονται· έπεσε πυρ επ΄αυτούς και ουκ είδον τον ήλιον. Προ του συνιέναι τας ακάνθας ημών την ράμνον, ωσεί ζώντας, ωσεί εν οργή καταπίεται αυτούς. Ευφρανθήσεται δίκαιος, όταν ίδη εκδίκησιν, τας χείρας αυτού νίψεται εν τω αίματι του αμαρτωλού. Και ερεί άνθρωπος· Ει άρα έστι καρπός τω δικαίω, άρα έστιν ο Θεός, κρίνων αυτούς εν τη γή.

 

«Ει αληθώς άρα…»: Η ερώτηση αυτή απευθύνεται στους άδικους κριτές. Σεις λοιπόν μιλάτε για δικαιοσύνη; «Και γαρ ανομίαν εργάζεσθε», «αδικίαν αι χείρες»: Η αμαρτία αρχίζει από την καρδιά και τελειώνει στα χέρια.

«Απηλλοτριώθησαν οι αμαρτωλοί» παρέκλειναν της ευθείας οδού οι παράνομοι δικαστές «από μητρός… από γαστρός»: Ο λόγος αυτός μπορεί να αποδοθεί στην διαφθορά όλου του ανθρώπινου γένους.

«Ελάλησαν ψεύδη»: Συνεχώς ψεύδονται «κατά την ομοίωσιν του όφεως» παραβάλλονται οι άδικοι κριτές με φίδια. «Ωσεί ασπίδος κωφής». Η ασπίς είναι πολύ επικίνδυνο φίδι την οποία κανένας μουσικός αυλός δεν καταπραΰνει. Έτσι οι παράνομοι δικαστές κλείνουν τα αυτιά της ψυχής τους και δεν ακούν τις συμβουλές των σοφών.

Η ποινή τους: «Ο Θεός συνέτριψε». Τι; «τους οδόντας αυτών». Γιατί; Διότι όπως οι άδικοι έτρωγαν με τα δόντια τους τις σάρκες των αδυνάτων, έτσι και ο Κύριος θα συντρίψει τα δόντια τους.

Η κακία τους τελικά θα είναι παροδική, ομοιάζει με το νερό που εξατμίζεται, με το κερί που λιώνει.

Βλέποντας την καταστροφή τους «ο δίκαιος ευφρανθήσεται», όχι δεν θα χαιρεκακήσει, αλλά θα χαρεί για τον θρίαμβο του καλού. «Τας χείρας αυτού νίψεται εν τω αίματί του». Εδώ ο ποιητής σε ποιητική αδεία παρουσιάζει τους δικαίους ως νικητές να βάφουν τα πόδια τους με τα αίματα των εχθρών. «Άρα εστίν ο Θεός». Άρα υπάρχει Θεός κριτής που τιμωρεί τους άδικους και αμείβει τους δίκαιους.

           

 

Ψαλμός πεντηκοστός όγδοος (νη΄)

 

Εξελού με εκ των εχθρών μου, ο Θεός και εκ των επανισταμένων επ΄εμέ λύτρωσαι με. Ρύσαι με εκ των εργαζομένων την ανομίαν και εξ ανδρών αιμάτων σώσον με. ΄Οτι ιδού εθήρευσαν την ψυχήν μου, επέθεντο επ΄εμέ κραταιοί· ούτε η ανομία μου  ούτε η αμαρτία μου, Κύριε. Άνευ ανομίας έδραμον και κατεύθυνα· εξεργέθητι εις συνάντησιν μου και ίδε. Και συ Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ, πρόσχες του επισκέψασθαι πάντα τα έθνη· μη οικτειρήσης πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν. Επιστρέψουσιν εις εσπέραν και λιμώξουσιν ως κύων και κυκλώσουσι πόλιν. Ιδού αυτοί αποφθέγξονται εν τω στόματι αυτών και ρομφαία εν τοις χείλεσιν αυτών· ότι τίς ήκουσε; Και συ, Κύριε, εκγελάσεις αυτούς, εξουδενώσεις πάντα τα έθνη. Το κράτος μου προς σε φυλάξω, ότι συ ο Θεός αντιλήπτωρ μου ει. Ο Θεός μου, το έλεος σου προφθάσει με· ο Θεός μου δείξει μοι εν τοις εχθροις μου. Μη αποκτείνης αυτούς, μήποτε επιλάθωνται του νόμου σου· διασκόρπισον αυτούς εν τη δυνάμει σου και κατάγαγε αυτούς ο υπερασπιστής μου, Κύριε. Αμαρτία στόματος αυτών, λόγος χειλέων αυτών· και συλληφθήτωσαν εν τη υπερηφανία αυτών· και εξ αράς και ψεύδους διαγγελήσονται συντέλειαι. Εν οργή συντελείας και ου μη υπάρξωσι· και γνώσονται, ότι Θεός δεσπόζει του Ιακώβ και των περάτων της γης. Επιστρέψουσιν εις εσπέραν και λιμώξουσιν ως κύων και κυκλώσουσι πόλιν. Αυτοί διασκορπισθήσονται του φαγείν· εάν δε μη χορτασθώσι και γογγύσουσι. Εγώ δε άσομαι τη δυνάμει σου και αγαλλιάσομαι το πρωί το έλεος σου· ότι εγενήθης αντιλήπτωρ μου και καταφυγή μου εν ημέρα θλίψεως μου. Βοηθός μου ει, σοι ψαλώ· ότι συ, ο Θεός, αντιλήπτωρ μου εί, ο Θεός μου, το έλεός μου.

 

Ο ψαλμός αυτός ανάγεται στα πρώτα χρόνια του διωγμού του Σαούλ

«Εξελού με… λύτρωσαί με.. ρύσαι με…» η μία ικεσία διαδέχεται την άλλη «εθήρευσαν την ψυχήν μου»: Ενεδρήμησαν για να μου αφαιρέσουν τη ζωή. «Ούτε η ανομία μου»: υποφέρω χωρίς να φταίω.

«Κύριε, ο Θεός… ο Θεός»: τρεις ονομασίες του Θεού με σκοπό να ελκύσει το Θείο έλεος.

«Επισκέψασθαι πάντα τα έθνη»: Τιμώρησε Κύριε όχι μόνο τους δικούς μου εχθρούς, αλλά όλους τις ασεβείς «τους εργαζομένους την ανομίαν».

Αυτοί λέγουν «ποιος μου ακούει;» ποιος ενδιαφέρεται για το πώς μιλάμε και το τι πράττουμε; Ο Θεός δεν ενδιαφέρεται για μας, κοιμάται..

«Και συ Κύριε…»: Συ όμως τι θα κάνεις; «Εκγελάση αυτούς» θα μειδιάσεις ειρωνικώς «εξουδενώσεις πάντα τα έθνη» όλους τους κακούς θα τους ταπεινώσεις.

«Το έλεος αυτού προφθάσει με»: Θα έρθει νωρίτερα από τον χρόνο που ελπίζει ο Δαυίδ.

«Μη αποκτείνεις αυτούς»: Ο ποιητής εύχεται να μην φονευθούν αμέσως οι εχθροί του, αλλά πρώτα να περιπλανηθούν ως ξένοι στη γη και έπειτα να οδηγηθούν στον Άδη.

«Συλληφθήτωσαν εν τη υπερηφανεία»: Ο εγωισμός τους θα είναι και ο εξευτελισμός τους. «Ου μη υπάρξωσι»: δεν θα υπάρχουν πλέον, ο Κύριος θα τους καταστρέψει.

«Και γνώσονται»: Και διά της παραδειγματικής τους τιμωρίας θα μάθουν οι πάντες ότι υπάρχει ο κρίνων την γην Θεός.

 

Ψαλμός πεντηκοστός ένατος (νθ΄)

    Ο Θεός, απώσω ημάς· και καθείλες ημάς· ωργίσθης και ωκτείρησας ημάς. Συνέσεισας την γην και συνετάραξας αυτήν· ίασαι τα συντρίμματα αυτής ότι εσαλεύθη. ΄Εδειξας τω λαώ σου σκληρά· επότισας ημάς οίνον κατανύξεως. ΄Εδωκας τοις φοβουμένοις σε σημείωσιν, του φυγείν από προσώπου τόξου. ΄Οπως αν ρυσθώσιν οι αγαπητοί σου, σώσον τη δεξιά σου και επάκουσον μου. Ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω αυτού· αγαλλιάσομαι και διαμεριώ Σίκιμα και την κοιλάδα των σκηνών διαμετρήσω. Εμός έστι Γαλαάδ και εμός έστι Μανασσής και Εφραίμ κραταίωσις της κεφαλής μου· Ιούδας βασιλεύς μου. Μωάβ λέβης της ελπίδος μου· επί την Ιδουμαίαν εκτενώ το υπόδημα μου, εμοί αλλόφυλοι υπετάγησαν. Τίς απάξει με εις πόλιν περιοχής; ή τίς οδηγήσει με εως της Ιδουμαίας; Ουχί συ, ο Θεός, ο απωσάμενος ημάς; και ουκ εξελεύση ο Θεός εν ταις δυνάμεσιν ημών; Δος ημίν βοήθειαν εκ θλίψεως και ματαία σωτηρία ανθρώπου. Εν τω Θεώ ποιήσωμεν δύναμιν και αυτός εξουδενώσει τους θλίβοντας ημάς.

 

                Ο ψαλμός αυτός είχε ειδικό προορισμό και χρησίμευε ως εμβατήριο στις εκστρατείες. Συνόδευσε τους ισραηλίτες εναντίον των Αμμωνιτών και των Σύριων.

            «Ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω»: Ο Δαυίδ έλαβε χρησμό.

            «Διαμεριώ Σίκιμω… διαμετρήσω»: θα διανείμει ως απόλυτος άρχοντας τα σύνορα των χωρών.

            «Τις απάξει με εις πόλιν περιοχής»; Αντί να φοβάται τον εχθρό του ο Δαυίδ ζητά να βαδίσει εναντίον του.

            «Ουχί συ ο Θεός, ο απωσάμενος ημάς»; Αφού εσύ έφερες σ’ εμάς την ήττα απέναντι στους Ιδουμαίους «ουκ εξελεύση εν ταις δυνάμεσιν», θα μας ευλογήσεις τώρα και τεθείς επικεφαλής μας για να μας οδηγήσεις στη νίκη.

            «Ματαία σωτηρία ανθρώπων» αν δεν θελήσει ο Θεός. 

 

Ψαλμός  εξηκοστός (ξ΄)

    Εισάκουσον, ο Θεός, της δεήσεως μου, πρόσχες τη προσευχή μου. Από των περάτων της γης προς σε εκέκραξα, εν τω ακηδιάσαι την καρδίαν μου· εν πέτρα ύψωσας με. Ωδήγησας με, ότι εγενήθης ελπίς μου, πύργος ισχύος από προσώπου εχθρού. Παροικήσω εν τω σκηνώματί σου εις τους αιώνας· σκεπασθήσομαι εν τη σκέπη των πτερύγων σου. Ότι συ, ο Θεός, εισήκουσας των ευχών μου· έδωκας κληρονομίαν τοις φοβουμένοις το όνομα σου. Ημέρας εφ΄ ημέρας του βασιλέως προσθήσεις, τα έτη αυτού εως ημέρας γενεάς και γενεάς. Διαμενεί εις τον αιώνα ενώπιον του Θεού· έλεος και αλήθειαν τίς εκζητήσει; Ούτω ψαλώ τω ονόματι σου εις τους αιώνας, του αποδούναι με τας ευχάς μου ημέραν εξ ημέρας.

 

«Από των περάτων της γης»: Επειδή ο βασιλέας Δαυίδ είναι μακριά από την Ιερουσαλήμ έχει την αίσθηση ότι είναι στα πέρατα της γης. «Εν τω ακηδιάσαι»: Ακηδία είναι η μεγάλη λύπη.

«Πύργος ισχύος»: Ο Θεός έγινε ισχυρός πύργος ασφαλείας για τον Δαυίδ. «Εν τω σκηνώματί σου εις τους αιώνας»: Πιστεύει ακράδαντα ότι θα επανέλθει στην Ιερουσαλήμ και εκεί θα παραμείνει για πάντα.

«Έδωκας κληνομίαν τοις φοβουμένοις»: Η γη της Παλαιστίνης κατεπατήθη από τους σφετεριστές του θρόνου, όπως τον Αβεσσαλώμ, όμως θα επανέλθει στους νόμιμους δικαιούχους.

«Τα έτη αυτού έως ημέρας»: Εδώ μιλά για ακατάλυτη και αιώνια ζωή η οποία αρμόζει μόνο στο πρόσωπο του Μεσσία. Αυτού το βασίλειο θα είναι αιώνιο.

«Διαμενεί εις τον αιώνα ενώπιον του Θεού»: Και εδώ σαφέστατα τον Μεσσία ομολογεί.

«Έλεος και αλήθεια αυτού τις εκζητήσει;» Ποιος μπορεί σε βάθος να γνωρίζει το μέγεθος της ευσπλαχνίας Του; «Ούτως ψαλώ τω ονόματί σου»:Ωραιότατη κατάληξη!

 

 

Ψαλμός εξηκοστός πρώτος (ξα΄)

    Ουχί τω Θεώ υποταγήσεται η ψυχή μου; παρ΄αυτώ γαρ το σωτήριον μου. Και γαρ αυτός Θεός μου και σωτήρ μου και αντιλήπτωρ μου· ου μη σαλευθώ επί πλείον. ΄Εως πότε επιτίθεσθε επ΄άνθρωπον; φονεύετε πάντες υμείς, ως τοίχω κεκλιμένω και φραγμώ ωσμένω;  Πλην την τιμήν μου εβουλεύσαντο απώσασθαι· έδραμον εν δίψη· τω στόματι αυτών ευλόγουν και τη καρδία αυτών κατηρώντο. Πλην τω Θεώ υποτάγηθι η ψυχή μου, ότι παρ΄αυτώ η υπομονή μου. Ότι αυτός Θεός μου και σωτήρ μου, αντιλήπτωρ μου· ου μη μεταναστεύσω. Επί τω Θεώ το σωτήριον μου και η δόξα μου· ο Θεός της βοηθείας μου και η ελπίς μου επί τω Θεώ. Ελπίσατε επ΄αυτόν πάσα συναγωγή λαών, εκχέετε ενώπιον αυτού τας καρδίας υμών, ότι ο Θεός βοηθός ημών. Πλην μάταιοι οι υιοί των ανθρώπων, ψευδείς οι υιοί των ανθρώπων εν ζυγοίς του αδικήσαι· αυτοί εκ ματαιότητος επί το αυτό. Μη ελπίζετε επ΄αδικίαν και επί άρπαγμα μη επιποθείτε· πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν. Άπαξ ελάλησεν ο Θεός· δύο ταύτα ήκουσα, ότι το κράτος του Θεού και σου Κύριε, το έλεος· ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού.

 

«Ουχί τω Θεώ αποταγήσεται η ψηχή μου»; Ο Δαυίδ είναι απόλυτα αφοσιωμένος στον Θεό. Γι’ αυτό στέρεος στην πίστη του λέει: «ου μη σαλευθώ επί πλείων». Οι εχθροί του παρόλο την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ψαλμωδός δεν περιορίζονταν μόνο στο να θέλουν να τον θανατώσουν αλλά «την τιμήν μου εβουλεύσατο», σκέφτηκαν να ποδοπατήσουν την βασιλική του τιμή.

«Έδραμον εν δίψει»: Έτρεξαν εναντίον μου διψώντας για να πιουν το αίμα μου. Όμως ο ψαλμωδός δεν κάμπτεται είναι όπως είπαμε παραπάνω στερεωμένος στην πίστη: «Εκχεώ ενώπιον αυτού την δέησή μου» «πλην μάταιοι»: Σε τι πρέπει να ελπίζουν οι λαοί και εμείς;  Παρά μόνο στον Θεό. Διότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτου κοινωνικής θέσεως είναι αδύναμοι δίχως Θεό: «Ψευδείς υιοί των ανθρώπων», «Εν ζυγοίς του αδικήσαι»: Είναι ψεύτες και άδικοι οι άνθρωποι στις κρίσεις τους.

«Μη ελπίζετε επ’ αδικίαν», άδικος είναι ο πλούτος αφού παρέρχεται, δεν είναι αιώνιος. 

 

Ψαλμός εξηκοστός δεύτερος (ξβ΄)

                     Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω· εδίψησε σε η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω. Ούτως εν τω αγίω ώφθην σοι, του ιδείν την δύναμιν σου και την δόξαν σου. Ότι κρείσσον το έλεος σου υπέρ ζωάς· τα χείλη μου επαινέσουσι σε. Ούτως ευλογήσω σε εν τη ζωή μου· και εν τω ονόματι σου αρώ τας χείρας μου. Ως εκ στέατος και πιότητος εμπλησθείη η ψυχή μου· και χείλη αγαλλιάσεως αινέσει το στόμα μου. Ει εμνημόνευον σου επί της στρωμνής μου, εν τοις όρθροις εμελέτων εις σε. Ότι εγενήθης βοηθός μου και εν τη σκέπη των πτερύγων σου αγαλλιάσομαι. Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου· εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου. Αυτοί δε εις μάτην εζήτησαν την ψυχήν μου, εισελεύσονται εις τα κατώτατα της γης, παραδοθήσονται εις χείρας ρομφαίας· μερίδες αλωπέκων έσονται. Ο δε βασιλεύς ευφρανθήσεται επί τω Θεώ· επαινεθήσεται πας ο ομνύων εν αυτώ· ότι  ενεφράγη στόμα λαλούντων άδικα.

 

            «Προς σε ορθρίζω»: Λίαν πρωί στρέφεται προς τον Θεό δείγμα ψυχής αγαπώσης.

            «Εδίψησέ σε η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου»: Επιθυμεί όχι μόνο η ψυχή του, αλλά και το σώμα του να βρίσκεται κοντά στα ιερά σκηνώματα του Θεού.

            «Εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω»: Εικόνα ερημίας.Ποιος είναι ο λόγος; Επειδή βρίσκεται μακριά από τον οίκο του Θεού.

            «Ούτως εν τω αγίω ώφθην σοι»: Όμως ακόμα κι από μακριά, να΄μαι είμαι νοερά εδώ μπροστά στον ναό Σου «του ιδείν την δύναμίν σου».

            «Κρείσον το έλεός σου υπέρ ζωάς»: Το έλεος του Θεού είναι ανώτερο από τη ζωή η οποία είναι υλική.

            «Ως εκ στέατος και πιότητος εμπλησθείη»: Όταν δηλαδή ο ψαλμωδός υμνεί τον Θεό είναι τόσο χαρούμενος σαν να τρώει τα παχύτερα, τα καλύτερα μέρη των ζώων.

            Ο Δαυίδ σημειώνει ότι οι καλύτερες ώρες για περισυλλογή είναι αυτές της νύχτας: «Εν τοις όρθροις εμελέτων».

            Πως απαντά ο Θεός στην αγαπώσα καρδιά του Δαυίδ; «Εγεννήθης βοηθός μου». Ο ψαλμωδός ανταπαντά: «Εν τη σκέπη των πτερύγων σου αγαλλιάσομαι».

            «Εις μάτην εζήτησαν την ψυχήν μου»: Ο ποιητής επαναφέρει την σκέψη του στους εχθρούς του. Αυτοί θα αποτύχουν και θα χαθούν «εις τα κατώτατα της γης», «μερίδες αλωπέκων έσονται».

            «Ο δε βασιλεύς»: ο βασιλέας Δαυίδ όμως «ευφρανθήσεται επί τω Θεώ».  

 

Ψαλμός εξηκοστός τρίτος (ξγ΄)

           Εισάκουσον ο Θεός, της προσευχής μου, εν τω δέεσθαι με προς σε· από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου. Σκέπασον με από συστροφής πονηρευομένων, από πλήθους εργαζομένων αδικίαν. Οίτινες ηκόνησαν ως ρομφαίαν τας γλώσσας αυτών, ενέτειναν τόξον αυτών, πράγμα πικρόν. Του κατατοξεύσαι εν αποκρύφοις άμωμον· εξάπινα κατατοξεύσουσιν αυτόν και ου φοβηθήσονται. Εκραταίωσαν εαυτοίς λόγον πονηρόν· διηγήσαντο του κρύψαι παγίδα· είπον· Τίς όψεται αυτούς; Εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις. Προσελεύσεται άνθρωπος και καρδία βαθεία· και υψωθήσεται ο Θεός. Βέλος νηπίων εγενήθησαν αι πληγαί αυτών· και εξησθένησαν επ΄ αυτούς αι γλώσσαι αυτών. Εταράχθησαν πάντες οι θεωρούντες αυτούς· και εφοβήθη πας άνθρωπος. Και ανήγγειλαν τα έργα του Θεού και τα ποιήματα αυτού συνήκαν. Ευφρανθήσεται δίκαιος εν τω Κυρίω και ελπιεί επ΄αυτόν· και επαινεθήσονται πάντες οι ευθείς τη καρδία.

 

              «Από φόβου εχθρού», οι εχθροί του «ηκόνησαν… τας γλώσσας αυτών», «ενέτεινον τόξον αυτών», «πράγμα πικρό».

              «Εκραταίωσαν εαυτοίς λόγος πονηρόν», πονηρός λόγος είναι το κακούργο σχέδιο κατά του Δαυίδ. Εξάντλησαν όλες τις δυνάμεις τους επινοώντας φρικτά σχέδια. Οι αρχιτέκτονες όμως των κακών σχεδίων θα ταπεινωθούν. Γιατί; «υψωθήσεται ο Θεός».

              «Βέλος νηπίων… αι πληγαί αυτών», τα βέλη τους έχασαν την δύναμή τους.

              «Εφοβήθη πας άνθρωπος»: Ο Θεός θα τους επιβάλλει τέτοια τιμωρία που όποιος άκουσε γι’ αυτήν φοβήθηκε.

              «Επαινεθήσονται οι ευθείς»: Όχι μόνο θα χαρούν αλλά και θα δοξασθούν οι δίκαιοι.

 

Ψαλμός  εξηκοστός τέταρτος (ξδ΄)

    Σοι πρέπει ύμνος, ο Θεός, εν Σιών και σοι αποδοθήσεται ευχή εν Ιερουσαλήμ. Εισάκουσον προσευχής μου, προς σε πάσα σαρξ ήξει. Λόγοι ανόμων υπερεδυνάμωσαν ημάς και τας ασεβείας ημών συ ιλάση. Μακάριος, ον εξελέξω και προσελάβου, κατασκηνώσει εν ταις αυλαίς σου. Πλησθησόμεθα εν τοις αγαθοίς του οίκου σου· άγιος ο ναός σου, θαυμαστός  εν δικαιοσύνη. Επάκουσον ημών, ο Θεός, ο σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν. Ετοιμάζων όρη εν τη ισχύϊ αυτού, περιεζωσμένος εν δυναστεία, ο συνταράσσων το κύτος της θαλάσσης· ήχους κυμάτων αυτής τίς υποστήσεται; Ταραχθήσονται τα έθνη και φοβηθήσονται οι κατοικούντες τα πέρατα από των σημείων σου· εξόδους πρωίας και εσπέρας τέρψεις. Επεσκέψω την γην και εμέθυσας αυτήν, επλήθυνας του πλουτίσαι αυτήν. Ο ποταμός του Θεού επληρώθη υδάτων· ητοίμασας την τροφήν αυτών, ότι ούτως η ετοιμασία. Τους αύλακας αυτής μέθυσον, πλήθυνον τα γεννήματα αυτής· εν ταις σταγόσιν αυτής ευφρανθήσεται ανατέλλουσα. Ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητος σου και τα πεδία σου πλησθήσονται πιότητος. Πιανθήσονται τα όρη της ερήμου και αγαλλίασιν οι βουνοί περιζώσονται. Ενεδύσαντο οι κριοί των προβάτων και αι κοιλάδες πληθυνούσι σίτον· κεκράξονται και γαρ υμνήσουσι.

 «Σοι πρέπει ύμνος, ο Θεός»: Η πλέον κατάλληλη ευχαριστία προς τον Θεό, δεν είναι η διά λόγων αλλά η εκ καρδίας εκφερομένη.

«Πάσα σαρξ»: Όχι μόνο οι Ιουδαίοι, αλλά όλοι οι άνθρωποι θα προστρέξουν στον Θεό.

«Μακάριος ου εξελέξω»: Κάθε άνθρωπος διά της μετανοίας θα γίνει δεκτός υπό του Θείου ελέους.

«Η ελπίς πάντων των περάτων της γης»: Παντού, όπου υπάρχει θλίψη και ανάγκη, εκεί βρίσκεται ο Θεός.

Κύριε και Θεέ «από των σημείων σου… ταραχθήσονται τα έθνη».«Επεσκέψω την γην» και «εμέθυσας αυτήν» διά του πλουσίου ελέους Σου.

«Ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού»: Θα ευλογήσεις Κύριε τους γεωργικούς καρπούς της χρονιάς, διότι Εσύ διά της άφθονης βροχής Σου τα παρήγαγες.

«Κεκράξονται και γαρ υμνήσουσιν»: Ποιοι θα κράξουν και ποιοι θα υμνήσουν; Όλοι οι απανταχού άνθρωποι, όχι μόνο οι Ιουδαίοι.

         

Ψαλμός εκηκοστός πέμπτος (ξε΄)

    Αλαλάξατε τω Κυρίω πάσα η γη. Ψάλατε δη τω ονόματι αυτού, δότε δόξαν εν αινέσει αυτού. Είπατε τω Θεώ· Ως φοβερά τα έργα σου! εν τω πλήθει της δυνάμεως σου ψεύσονται σε οι εχθροί σου. Πάσα η γη προσκυνησάτωσαν σοι και ψαλάτωσαν σοι· ψαλάτωσαν δη τω ονόματι σου, Ύψιστε. Δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, ως φοβερός εν βουλαίς, υπέρ τους υιούς των ανθρώπων. Ο μεταστρέφων την θάλασσαν εις ξηράν· εν ποταμώ διελεύσονται ποδί· εκεί ευφρανθησόμεθα επ΄αυτώ. Τω δεσπόζοντι εν τη δυναστεία αυτού του αιώνος· οι οφθαλμοί αυτού επί τα έθνη επιβλέπουσιν· οι παραπικραίνοντες μη υψούσθωσαν εν εαυτοίς. Ευλογείτε, έθνη, τον Θεόν ημών και ακουτίσασθε την φωνήν της αινέσεως αυτού, του θεμένου την ψυχήν μου εις ζωήν και μη δόντος εις σάλον τους πόδας μου. Ότι εδοκίμασας ημάς, ο Θεός· επύρωσας ημάς ως πυρούται το αργύριον. Εισήγαγες ημάς εις την παγίδαR έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών. Επεβίβασας ανθρώπους επί τας κεφαλάς ημών· διήλθομεν δια πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν. Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου εν ολοκαυτώματι· αποδώσω σοι τας ευχάς μου, ας διέστειλε τα χείλη μου και ελάλησε το στόμα μου εν τη θλίψει μου. Ολοκαυτώματα μεμυελωμένα ανοίσω σοι μετά θυμιάματος  και κριών· ανοίσω σοι βόας μετά χιμάρων. Δεύτε, ακούσατε και διηγήσομαι υμίν, πάντες οι φοβούμενοι τον Θεόν, όσα εποίησε τη ψυχή μου. Προς αυτόν τω στόματι μου εκέκραξα και ύψωσα υπό την γλώσσαν μου. Αδικίαν ει εθεώρουν εν καρδία μου, μη εισακουσάτω μου Κύριος. Δια τούτο εισήκουσε μου ο Θεός, προσέσχε τη φωνή της δεήσεως μου. Ευλογητός ο Θεός, ος ούκ απέστησε την προσευχήν μου και το έλεος αυτού απ΄εμού.

 

                                           «Αλαλάξατε τω Κυρίω»: Ζητωκραυγάσατε. Ποιοι; «πάσα η γη», έμψυχος και άψυχος ύλη ας ζητωκραυγάσει.

       «Δόξαν αινέσει», αινούντες αυτός απόδοτέ Του την πρέπουσα δόξα.

       «Είπατε τω Θεώ»: ποιο θα πρέπει να είναι το περιεχόμενο της δοξολογίας; Τα φοβερά έργα του Κυρίου.

       «Προσκυνησάτωσάν σοι»: Πρώτα θα προσκυνήσουν και έπειτα θα ψάλλουν. Τι θα ψάλλουν; «τω ονόματί σου».

       «Δεύτε και ίδετε», «φοβερός εν βουλαίς», τρομερός στις σκέψεις και στις αποφάσεις Του ο Κύριος.

       «Δεσπόζοντι εν τη δυναστεία αυτού του αιώνος»: Η δύναμίς Του δεν εξασθενεί αλλά είναι η αυτή χθες και σήμερα και εις τους αιώνας.

       «Οι παραπικραίνοντες μη υψούσθωσαν εν εαυτοίς»: Ας μην υψηλοφρονούν τα έθνη  και ας μην αφηνιάζουν κατά του περιουσίου λαού, διότι θα καταστραφούν.«Ευλογείτε έθνη». Νέα πρόσκληση των εθνών.

       «Εις σάλον τους πόδας μου»: Δεν επέτρεψε ο Θεός να σαλευθούν τα πόδια των πιστών, αυτοί θα ορθοποδούν σε στέρεο έδαφος.

       «Εδοκίμασας ημάς… επύρωσας ως πυρούται το αργύριον», «διήλθομεν διά πυρός και ύδατος» κι όμως «εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν».

       «Εισελέυσομαι εις τον οίκον σου», «τω στόματί μου εκέκραξα και ύψωσα»: Δεν πρόλαβα να παρακαλέσω και εισακούστηκαν οι προσευχές μου.

       «Αδικίαν με εθεώρουν»: Ο ποιητής κάνει έναν συλλογισμό, αν ήμουν ένοχος δεν θα με άκουγε ο Θεός. Με άκουσε, άρα δεν είμαι ένοχος.

 

Ψαλμός  εξηκοστός έκτος (ξστ΄)

                             Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς και ευλογήσαι ημάς· επιφάναι το πρόσωπον αυτού εφ΄ημάς και ελεήσαι ημάς. Του γνώναι εν τη γη την οδόν σου, εν πάσιν έθνεσι το σωτήριον σου. Εξομολογησάσθωσαν σοι λαοί, ο Θεός· εξομολογησάσθωσαν οι λαοί πάντες. Ευφρανθήτωσαν και αγαλλιάσθωσαν έθνη, ότι κρινείς λαούς εν ευθύτητι και έθνη εν τη γη οδηγήσεις. Εξομολογησάσθωσαν σοι λαοί, ο Θεός· εξομολογησάσθωσαν σοι λαοί πάντες. Γη έδωκε τον καρπόν αυτής· ευλογήσαι ημάς ο Θεός, ο Θεός ημών. Ευλογήσαι ημάς ο Θεός· και φοβηθήτωσαν αυτόν πάντα τα πέρατα της γης.

 

               «Ο Θεός οικτειρήσαι ημάς»: Αντικατάσταση του ενικού από πληθυντικό. «Επιφάναι το πρόσωπο»: Ο φωτισμός του προσώπου.

               «Του γνώναι εν τη γη»: Διά να γνωρίσουν όλοι, Ιουδαίοι και εθνικοί την οδό του Κυρίου.

               «Εξομολογησάσθωσαν»: Ο ποιητής βλέπει προκαταβολικά την επιστροφή των εθνών στον μόνο αληθινό Θεό. «Ευφρανθάτωσαν και αγαλλιάσθωσαν», το αποτέλεσμα της επιστροφής και η αιτία της χαράς: «Ότι κρινείς λαούς», θα βασιλεύσει πλέον η ευθύτητα και η δικαιοσύνη.

               «Έδωκεν καρπόν»: Πνευματική καρποφορία είναι η αγιότητα.

 

Ψαλμός εξηκοστός έβδομος (ξζ΄)

Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν. Ως εκλείπει καπνός, εκλειπέτωσαν· ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού. Και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν· αγαλλιάσθωσαν ενώπιον του Θεού, τερφθήτωσαν εν ευφροσύνη. ΄Ασατε τω Θεώ, ψάλατε τω ονόματι αυτού, ωδοποιήσατε τω επιβεβηκότι επί δυσμών· Κύριος όνομα αυτώ· και αγαλλιάσθε ενώπιον αυτού. Ταραχθήτωσαν από προσώπου αυτού, του πατρός των ορφανών, του κριτού των χηρών· ο Θεός εν τόπω αγίω αυτού. Ο Θεός κατοικίζει μονοτρόπους εν οίκω, εξάγων πεπεδημένους εν ανδρεία, ομοίως τους παραπικραίνοντας, τους κατοικούντας εν τάφοις. Ο Θεός, εν τω εκπορεύεσθαι σε ενώπιον του λαού σου, εν τω διαβαίνειν σε εν τη ερήμω. Γη εσείσθη και γαρ οι ουρανοί έσταξαν από προσώπου του Θεού του Σινά, από προσώπου του Θεού Ισραήλ. Βροχήν εκούσιον αφοριείς, ο Θεός, τη κληρονομία σου· και ησθένησε, συ δε κατηρτίσω αυτήν. Τα ζώα σου κατοικούσιν εν αυτή· ητοίμασας εν τη χρηστότητι σου τω πτωχώ, ο Θεός. Κύριος δώσει ρήμα τοις ευαγγελιζομένοις δυνάμει πολλή. Ο βασιλεύς των δυνάμεων του αγαπητού, τη ωραιότητι του οίκου διελέσθαι σκύλα. Εάν κοιμηθήτε αναμέσον των κλήρων, πτέρυγες περιστεράς· περιηργυρωμέναι και τα μετάφρενα αυτής εν χλωρότητι χρυσίου. Εν τω διαστέλλειν τον Επουράνιον βασιλείς επ΄αυτής χιονωθήσονται εν Σελμών, Όρος του Θεού, όρος πίον, όρος τετυρωμένον, όρος πίον. Ινατί υπολαμβάνετε όρη τετυρωμένα, το όρος, ό ευδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ; και γαρ ο Κύριος κατασκηνώσει εις τέλος. Το άρμα του Θεού μυριοπλάσιον, χιλιάδες ευθηνούντων. Κύριος εν αυτοίς εν Σινά ην, εν τω αγίω. Αναβάς εις ύψος, ηχμαλώτευσας αιχμαλωσίαν, έλαβες δόματα εν ανθρώποις· και γαρ απειθούντας του κατασκηνώσαι. Κύριος ο Θεός ευλογητός, ευλογητός Κύριος ημέραν καθ΄ημέραν· κατευοδώσαι ημίν Θεός των σωτηρίων ημών. Ο Θεός ημών, ο Θεός του σώζειν· και του Κυρίου Κυρίου αι διέξοδοι του θανάτου. Πλήν ο Θεός συνθλάσει κεφαλάς εχθρών αυτού, κορυφήν τριχός διαπορευομένων εν πλημμελείαις αυτών. Είπε Κύριος· εκ Βασάν επιστρέψω, επιστρέψω εν βυθοίς θαλάσσης. ΄Οπως αν βαφή ο πους σου εν αίματι, η γλώσσα των κυνών σου εξ εχθρών παρ΄αυτού. Εθεωρήθησαν αι πορείαι σου, ο Θεός, αι πορείαι του Θεού μου του βασιλέως του εν τω αγίω. Προέφθασαν άρχοντες, εχόμενοι ψαλλόντων, εν μέσω νεανίδων τυμπανιστριών. Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν, Κύριον εκ πηγών Ισραήλ. Εκεί Βενιαμίν νεώτερος εν εκστάσει, άρχοντες Ιούδα ηγεμόνες αυτών, άρχοντες Ζαβουλών, άρχοντες Νεφθαλείμ. 'Εντειλαι ο Θεός, τη δυνάμει σου· δυνάμωσον ο Θεός, τούτο, ο κατειργάσω εν ημίν. Από του ναού σου επί Ιερουσαλήμ, σοι οίσουσι βασιλείς δώρα. Επιτίμησον τοις θηρίοις του καλάμου, η συναγωγή των ταύρων εν ταις δαμάλεσι των λαών του μη αποκλεισθήναι τους δεδοκιμασμένους τω αργυρίω· διασκόρπισον έθνη τα τους πολέμους θέλοντα. 'Ηξουσι πρέσβεις εξ Αιγύπτου, Αιθιοπία προφθάσει χείρα αυτής τω Θεώ. Αι βασιλείαι της γης, άσατε τω Θεώ, ψάλατε τω Κυρίω, τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς· ιδού δώσει τη φωνή αυτού φωνήν δυνάμεως. Δότε δόξαν τω Θεώ· επί τον Ισραήλ η μεγαλοπρέπεια αυτού και η δύναμις αυτού εν ταις νεφέλαις. Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού· ο Θεός Ισραήλ, αυτός δώσει δύναμιν και κραταίωσιν τω λαώ αυτού. Ευλογητός ο Θεός.

 

                 Πρόκειται για τον πιο δυσκολορμήνευτο ψαλμό. Ο ψαλμός αυτός έχει πολεμική υφή αλλά και έντονο μεσσιανικό χρώμα.

                 «Αναστήτω ο Θεός»: Στην Θεοφάνεια του Κυρίου οι άδικοι «διασκορπησθήτωσαν», «φυγέτωσαν», «ως εκλείπει καπνός». Αντιθέτως οι δίκαιοι «ευφρανθήτωσαν… αγαλλιάσθωσαν».

                 Ο ποιητής παρακινεί τον Ισραήλ να υμνήσει τον Θεό. «Οδοποιήσατε», ετοιμάστε δρόμο από τον οποίο θα διέλεθει ο βασιλεύς.

                 «Κύριος όνομα αυτού», «αγαλλιάσθε ενώπιον αυτού», ο Θεός είναι η πηγή της χαράς. Ο Κύριος προνοεί για όλους, για χήρες και ορφανά, προστατεύει τους αδύνατους, συντρίβει τους άδικους.

                 «Ο Θεός κατοικίζει μονοτρόπως εν οίκω»: Μονότροποι, είναι εκείνοι, άνδρες και γυναίκες οι οποίοι έχουν ιδιαίτερο τρόπο ζωής. Φροντίζει και γι’ αυτούς ώστε να αποτελέσουν μία οικογένεια. π.χ οι άγαμοι, οι μοναχοί.

                 «Εξάγων πεπεδημένους εν ανδρεία», ελευθερώνει από την φυλακή τους αιχμαλώτους, «ομοίως τους παραπικραίνοντας».

                 Ποτίζει την γη που πάσχει από ανομβρία, «ητοίμασας τω πτωχώ», φροντίζει για τους πλέον φτωχούς.

                 «Ο Κύριος δώσει ρήμα»: Με έναν του απλό λόγο έρχεται αμέσως το αποτέλεσμα.

                 «Ινατί υπολαμβάνετε»; Τι νομίζετε εσείς; Γιατί με διακόπτετε; Το όρος Σιών είναι μικρό σε σχέση με άλλα βουνά, όμως από πνευματικής απόψεως είναι το ψηλότερο. Ο Θεός εγκαταστάθηκε στο όρος Σιών, συνοδευόμενος από μυριάδες αγγέλων.

                 «Ανέβη εις ύψος»… «ημέραν καθ’ ημέραν», ο Θεός έσωσε τους ισραηλίτες. Παράλληλα ο Κύριος θα κατατροπώσει τους εχθρούς Του, τα πόδια των ισραηλιτών θα πατούν πάνω στα αιματοβαμμένα πτώματά τους.

                 «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν, Κύριον εκ πηγών Ισραήλ»: Ναι, εκ του Ισραήλ θα πηγάσει η παγκόσμιος σωτηρία.

                 «Άρχοντες Ιούδα ηγεμόνες αυτών»: Απ’ αυτή τη φυλή θα προέλθει η σωτηρία, τότε το ιερό θυσιαστήριο της Σιών θα γίνει το πνευματικό επίκεντρο όλης της γης. Σ’ αυτό το μελλοντικό Μεσσιανικό Βασίλειο θα υποταχθούν όλοι οι άρχοντες της γης.

                 «Διασκόρπισαν έθνη»: Προφητεύεται η παγκόσμια ειρήνη η οποία θα βασιλεύσει την εποχή του Μεσσία.
 

Ψαλμός εξηκοστός όγδοος (ξη΄)

Σώσον με, ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου. Ενεπάγην εις ιλύν βυθού και ουκ έστιν υπόστασις· ήλθον εις τα βάθη της θαλάσσης και καταιγίς κατεπόντισε με. Εκοπίασα κράζων, εβραγχίασεν ο λάρυγξ μου, εξέλιπον οι οφθαλμοί μου από του ελπίζειν με επί τον Θεόν μου. Επληθύνθησαν υπέρ τας τρίχας της κεφαλής μου οι μισούντες με δωρεάν· εκραταιώθησαν οι εχθροί μου, οι εκδιώκοντες με αδίκως· ά ουχ ήρπασα, τότε απετίννυον. Ο Θεός, συ έγνως την αφροσύνην μου και αι πλημμέλειαι μου από σου ούκ απεκρύβησαν. Μη αισχυνθείησαν επ΄εμέ οι υπομένοντες σε, Κύριε, Κύριε των δυνάμεων· μηδέ εντραπείησαν επ΄εμέ οι ζητούντες σε, ο Θεός του Ισραήλ. Ότι ένεκα σου υπήνεγκα ονειδισμόν, εκάλυψεν εντροπή το πρόσωπον μου. Απηλλοτριωμένος εγενήθην τοις αδελφοίς μου και ξένος τοις υιοίς της μητρός μου. Ότι ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγε με και οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ΄εμέ. Και συνεκάλυψα εν νηστεία την ψυχήν μου και εγενήθη εις ονειδισμούς εμοί. Και εθέμην το ένδυμα μου σάκκον και εγενόμην αυτοίς εις παραβολήν. Κατ΄εμού ηδολέσχουν οι καθήμενοι εν πύλαις και εις εμέ έψαλλον οι πίνοντες οίνον. Εγώ δε τη προσευχή μου προς σε, Κύριε· καιρός ευδοκίας· ο Θεός, εν τω πλήθει του ελέους σου επάκουσον μου, εν αληθεία της σωτηρίας σου. Σώσον με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ· ρυσθείην εκ των μισούντων με και εκ των βαθέων των υδάτων. Μη με καταποντισάτω καταιγίς ύδατος, μηδέ καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω επ΄εμέ φρέαρ το στόμα αυτού. Εισάκουσον μου, Κύριε, ότι χρηστόν το έλεος σου, κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, επίβλεψον επ΄εμέ. Μη αποστρέψης το πρόσωπον σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ επάκουσον μου. Πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσαι αυτήν· ένεκα των εχθρών μου ρύσαι με. Συ γαρ γινώσκεις τον ονειδισμόν μου και την αισχύνην μου και την έντροπην μου· εναντίον σου πάντες οι θλίβοντες με. Ονειδισμόν προσεδόκησεν η ψυχή μου και ταλαιπωρίαν· και υπέμεινα συλλυπούμενον και ουχ υπήρξε· και παρακαλούντας και ουχ εύρον. Και έδωκαν εις το βρώμα μου χολήν και εις την δίψαν μου επότισαν με όξος. Γενηθήτω η τράπεζα αυτών ενώπιον αυτών εις παγίδα και εις ανταπόδοσιν και εις σκάνδαλον. Σκοτισθήτωσαν οι οφθαλμοί αυτών του μη βλέπειν και τον νώτον αυτών διαπαντός σύγκαμψον. ΄Εκχεον επ΄αυτούς την οργήν σου και ο θυμός της οργής σου καταλάβοι αυτούς. Γενηθήτω η έπαυλις αυτών ηρημωμένη και εν τοις σκηνώμασιν αυτών μη έστω ο κατοικών. Ότι, όν συ επάταξας, αυτοί κατεδίωξαν και επί το άλγος των τραυμάτων μου προσέθηκαν. Πρόσθες ανομίαν επί τη ανομία αυτών και μη εισελθέτωσαν εν δικαιοσύνη σου. Εξαλειφθήτωσαν εκ βίβλου ζώντων και μετά δικαίων μη γραφήτωσαν. Πτωχός και άλγων ειμί εγώR η σωτηρία σου, ο Θεός, αντιλάβοιτο μοι. Αινέσω το όνομα του Θεού μετ΄ωδής, μεγαλυνώ αυτόν εν αινέσει. Και αρέσει τω Θεώ υπέρ μόσχον νέον, κέρατα εκφέρονται και οπλάς. Ιδέτωσαν πτωχοί και ευφρανθήτωσαν· εκζητήσατε τον Θεόν και ζήσεται η ψυχή ημών. Ότι εισήκουσε των πενήτων ο Κύριος και τους πεπεδημένους αυτού ούκ εξουδένωσε. Αινεσάτωσαν αυτόν οι ουρανοί και η γη, θάλασσα και πάντα τα έρποντα εν αυτή. Ότι ο Θεός σώσει την Σιών και οικοδομηθήσονται αι πόλεις της Ιουδαίας και κατοικήσουσιν εκεί και κληρονομήσουσιν αυτήν. Και το σπέρμα των δούλων σου καθέξουσιν αυτήν και οι αγαπώντες το όνομα σου κατασκηνώσουσιν εν αυτή.

 


                        Ο Ψαλμός αυτός είναι εξολοκλήρου Μεσσιανικός. Πολλά σημεία του πάσχοντος ήρωος μοιάζουν με τα πάθη του Χριστού.

            «Ύδατα έως ψυχής μου»: Τα ύδατα συμβολίζουν τους πειρασμούς, διότι επιφέρουν πνιγμό. Μικρό το κακό όταν τα ύδατα προσβάλλουν το σώμα, όμως όταν φτάσουν στην ψυχή, τότε επικαλύπτεται ο πύργος της υπάρξεως.

            «Καταιγίς κατεπόντισέ με», καταιγίδα ξέσπασε η οποία τον οδήγησε στον βυθό της θαλάσσης.

            «Εκοπίασα κράζων», «εξέλιπον οι οφθαλμοί μου», πόση η θλίψη του!

            Οι εχθροί του ήταν πολυάριθμοι: «Μισούντες δωρεάν», άνευ λόγου. Ο ήρωας υποφέρει από τον ζήλο του για τον Θεό, «ένεκά σου ηπένηγκα», με περιγέλασαν, με αποστράφηκαν.

            «Ο ζήλος του οίκου σου»: Θερμή η αγάπη του για το θυσιαστήριο του Θεού «κατέφαγέ με», τον κατάπιε όπως η φωτιά!

            «Ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε»: Τον πρόσβαλλαν με βλασφημίες.

            «Συνεκάλυψα εν νηστεία»: Κλαίει για τις αμαρτίες των άλλων.

            «Κατ’ εμού ηδολέσχουν»: Αδολεσχώ σημαίνει φλυαρώ μέχρις αηδίας!

            «Εις εμέ έψαλλον»: Τον τραγουδούσαν ειρωνικώς, «οι πίνοντες οίνον», οι μεθύστακες.

            «Εγώ δε», ο ήρωας προσεύχεται, «πρόσχες…λύτρωσαι…ρύσαι», η προσευχή γίνεται ολοένα και θερμότερη.

            «Ονειδισμόν προσεδόκησεν η ψυχή μου», «υπέμεινα συλληπούμενον», ο Ιωσήφ στην Γεθσημανή βρέθηκε σε τέτοια φρικτή θέση απομονωμένος απ’ όλους τους ανθρώπους: «Θεέ μου Θεέ μου ινατί με εγκατέλιπες»;

            «Εις το βρώμα μου χολήν»: Έδωσαν σ’ αυτόν αντί για φαγητό χολή, «εις την δίψαν μου επότισόν με όξος». Όλα αυτά εφαρμόστηκαν κατά απόλυτο βαθμό στον Μεσσία Χριστό.

            «Γεννηθήτω η τράπεζα αυτών»: Χολή ας γίνει και το δικό τους φαγητό.

            «Σκοτισθήτωσαν οι οφθαλμοί αυτών». Οι οφθαλμοί εκείνοι οι οποίοι δεν χορταίνουν να βλέπουν βασανισμένο, ας σκοτιστούν. Αυτή η προφητεία είναι η έκφραση της πωρώσεως του ισραηλιτικού λαού που δεν αναγνωρίζουν μέχρι σήμερα τον Ιησού για Μεσσία τους.

            «Έκχυσον την οργήν»: Χύσε τα κύματα της οργής σου.

            «Η έπαυλις αυτών ηρημωμένη»: Εύχεται να εκριζωθούν, και όντως η Ιουδαία ερημώθηκε διότι αδίκησαν τον Μεσσία.

            «Ον συ επάταξας… αυτοί»: Αντί να λυπηθούν πρόσθεσαν νέα πλήγματα.

            «Πρόσθες ανομίαν επί τη ανομία»: Ο Κύριος για να τιμωρήσει τους μεγάλους αμαρτωλούς αποσύρεται απ’ αυτούς, αφαιρεί τη χάρη Του. «Μη εισελθέτωσαν εν δικαιοσύνη σου», διά να μη τύχουν ποτέ της συγγνώμης Σου. «Εκ βίβλου ζώντων», να μην εισέλθουν στην αιώνια ζωή.

            «Πτωχός και αλγών… τη σωτηρία σου»: Είναι βέβαιος ο ήρωας ότι θα σωθεί τελικά.

            «Αρέσει τω Θεώ»: Η λογική λατρεία είναι περισσότερο αρεστή στον Θεό, απ’ ότι η νομική θυσία των ζώων.

            «Ιδέτωσαν»: Ας δουν τον θρίαμβο των αγαθών και ας χαρούν, «ότι εισήκουσε Κύριος», ποιους; Τους πτωχούς, τους αδικημένους, «τους πεπεδημένους».

            Κατάληξη: «Αινεσάτωσαν Αυτόν οι ουρανοί».

 

Ψαλμός εξηκοστός ένατος (ξθ΄)

         Ο Θεός, εις την βοήθειαν μου πρόσχες· Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον. Αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου· αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοι μοι κακά. Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντες μοι Εύγε, εύγε! Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοι πάντες οι ζητούντες σε, ο Θεός και λεγέτωσαν διαπαντός. Μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριον σου. Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης· ο Θεός, βοήθησον μοι· βοηθός μου και ρύστης μου ει συ, Κύριε· μη χρονίσης.

 

Ο ποιητής βρίσκεται σε δύσκολη θέση, παρακαλεί τον Θεό να τον σώσει…

 

Ψαλμός εβδομηκοστός (ο΄)

           Επι σοί, Κύριε, ήλπισα· μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα. Εν τη δικαιοσύνη σου ρύσαι με και εξελού με· κλίνον προς με το ους σου και σώσον με. Γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις τόπον οχυρόν του σώσαι με· ότι στερέωμα μου και καταφυγή μου ει συ. Ο Θεός μου, ρύσαι με εκ χειρός αμαρτωλού, εκ χειρός παρανομούντος και αδικούντος. Ότι συ ει η υπομονή μου, Κύριε· Κύριε, η ελπίς μου εκ νεότητος μου. Επί σε επεστηρίχθην από γαστρός, εκ κοιλίας μητρός μου συ μου ει σκεπαστής· εν σοι η ύμνησις μου δια παντός. Ωσεί τέρας εγενήθην εν πολλοίς και συ βοηθός μου κραταιός. Πληρωθήτω το στόμα μου αινέσεως, όπως υμνήσω την δόξαν σου, όλην την ημέραν την μεγαλοπρέπειαν σου. Μη απορρίψης με εις καιρόν γήρως· εν των εκλείπειν την ισχύν μου μη εγκαταλίπης με. Ότι είπον οι έχθροι μου εμοί και οι φυλάσσοντες την ψυχήν μου εβουλεύσαντο επί το αυτό. Λέγοντες· ο Θεός εγκατέλιπεν αυτόν· καταδιώξατε και καταλάβετε αυτόν, ότι ούκ έστιν ο ρυόμενος. Ο Θεός μου, μη μακρύνης απ΄εμού· ο Θεός μου, εις την βοήθειαν μου πρόσχες. Αισχυνθήτωσαν και εκλιπέτωσαν οι ενδιαβάλλοντες την ψυχήν μου· περιβαλλέσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι ζητούντες τα κακά μοι. Εγώ δε διαπαντός ελπιώ επι σε και προσθήσω επί πάσαν την αίνεσιν σου. Το στόμα μου αναγγελεί την δικαιοσύνην σου, όλην την ημέραν την σωτηρίαν σου· ότι ούκ έγνων γραμματείας. Εισελεύσομαι εν δυναστεία Κυρίου, Κύριε, μνησθήσομαι της δικαιοσύνης σου μόνου. Ο Θεός μου, ά εδίδαξας με εκ νεότητος μου και μέχρι του νυν απαγγελώ τα θαυμάσια σου. Και έως γήρως και πρεσβείου, ο Θεός μου, μη εγκαταλίπης με· έως αν απαγγείλω τον βραχίονα σου τη γενεά πάση τη ερχομένη. Την δυναστείαν σου και την δικαιοσύνην σου, ο Θεός, έως των υψίστων, ά εποίησας μοι μεγαλεία. Ο Θεός, τίς όμοιος σοι; ΄Οσας έδειξας μοι θλίψεις πολλάς και κακάς· και επιστρέψας παρεκάλεσας με και εκ των αβύσσων της γης πάλιν ανήγαγες με. Και γαρ εγώ εξομολογήσομαι σοι εν λαοίς, Κύριε, εν σκεύεσι ψαλμού την αλήθειαν σου, ο Θεός· ψαλώ σοι εν κιθάρα, ο άγιος του Ισραήλ. Αγαλλιάσονται τα χείλη μου, όταν ψάλω σοι και η ψυχή μου, ήν ελυτρώσω. ΄Ετι δε και η γλώσσα μου όλην την ημέραν μελετήσει την δικαιοσύνην σου, όταν αισχυνθώσι και εντραπώσιν οι ζητούντες τα κακά μοι.

 

                        «Εν δικαιοσύνη σου ρύσαι με»: Η δικαιοσύνη του αποτελεί αφετηρία της δεήσεώς του.

            «Εις Θεόν υπερασπιστήν»: Που αλλού να καταφύγει;

            «Υπομονή μου», «Επεστηρίχθην» , «εν σοι η ύμνησίς μου»: Η μόνη ελπίδα του ψαλμωδού, ο Κύριος.

            «Ωσεί τέρας εγεννήθην τοις πολλοίς»: Ο Δαυίδ υπήρξε τέρας, φαινόμενο θλίψεων.

            «Μη απορρίψης με εν καιρώ γήρως»: Μη με εγκαταλείπεις τώρα που γέρασα, με προστάτευσες στην νιότη μου, τώρα όμως έχω περισσότερη ανάγκη.

            «Διαπαντός ελπιώ…προσθάσω επί πάσαν»: Θα προσθέσω την μία αίτηση μου στην άλλη.

            «Ουκ έγνων γραμματείας»: Εάν ήξερα να γράφω θα έγραφα τόμο για να δοξάσω την καλοσύνη Σου. Μη έχων όμως το δώρο αυτό θα προσπαθήσω τουλάχιστον να σε δοξάζω διά της σκέψεως.

            «Εδίδαξάς με εκ νεότητός μου» «γήρως και πρεσβείον»: Αναγγελλώ τα θαυμάσιά σου τα οποία με δίδαξες από την νεότητά μου μέχρι του γήρατος.

            «Αναγγελλώ τον βραχίονα»: Την παντοδύναμο δεξιά Σου, «Τη γενεά πάση τη επερχομένη»: Ζητά να ζήσει ακόμη επί μία γενεά για να φωτίσει αυτούς που δεν γνωρίζουν.

            «Τις όμοιός σοι;», «επλεόνασας επ’ εμέ»: Το μεγαλείο του Θεού φαίνεται από τη σωτηρία των ικετών Του.

 

Ψαλμός εβδομηκοστός πρώτος (οα΄)

 

         Ο Θεός, το κρίμα σου τω βασιλεί δος και την δικαιοσύνην σου τω υιώ του βασιλέως. Κρίνειν τον λαόν σου εν δικαιοσύνη και τους πτωχούς σου εν κρίσει. Αναλαβέτω τα όρη ειρήνην τω λαώ και οι βουνοί δικαιοσύνην. Κρινεί τους πτωχούς του λαού και σώσει τους υιούς των πενήτων και ταπεινώσει συκοφάντην. Και συμπαραμενεί τω ηλίω και προ της σελήνης γενεάς γενεών. Καταβήσεται ως υετός επί πόκον και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην. Ανατελεί εν ταις ημέραις αυτού δικαιοσύνη και πλήθος ειρήνης, εως ου ανταναιρεθή η σελήνη. Και κατακυριεύσει από θαλάσσης εως θαλάσσης και από ποταμών εως περάτων της οικουμένης. Ενώπιον αυτού προπεσούνται Αιθίοπες και οι εχθροί αυτού χουν λείξουσι. Βασιλείς Θαρσείς και νήσοι δώρα προσοίσουσι, βασιλείς Αράβων και Σαβά δώρα προσάξουσι. Και προσκυνήσουσιν αυτώ πάντες οι βασιλείς της γης, πάντα τα έθνη δουλεύσουσιν αυτώ. Ότι ερρύσατο πτωχόν εκ δυνάστου και πένητα, ώ ουχ υπήρχε βοηθός. Φείσεται πτωχού και πένητος και ψυχάς πενήτων σώσει. Εκ τόκου και εξ αδικίας λυτρώσεται τας ψυχάς αυτών και έντιμον το όνομα αυτού ενώπιον αυτών. Και ζήσεται και δοθήσεται αυτώ εκ του χρυσίου της Αραβίας· και προσεύξονται περί αυτού δια παντός· όλην την ημέραν ευλογήσουσιν αυτόν. ΄Εσται στήριγμα εν τη γη επ΄άκρων των ορέων· υπεραρθήσεται υπέρ τον Λίβανον ο καρπός αυτού και εξανθήσουσιν εκ πόλεως ωσεί χόρτος της γης. ΄Εσται το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας· προ του ηλίου διαμένει το όνομα αυτού· και ενευλογηθήσονται εν αυτώ πάσαι αι φυλαί της γης, πάντα τα έθνη μακαριούσιν αυτόν. Ευλογητός Κύριος, ο Θεός τω Ισραήλ, ο ποιών θαυμάσια μόνος. Και ευλογημένον το όνομα της δόξης αυτού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Και πληρωθήσεται της δόξης αυτού πάσα  η γη. Γένοιτο, γένοιτο.

 

              Η επιγραφή αυτού του ψαλμού λέει «εις Σολομών», οπότε πιθανόν αυτός να είναι και ο συγγραφέας του ψαλμού ή να είναι αφιερωμένος εις αυτόν. Ο ψαλμός αυτός είναι Μεσσιανικός όπως και οι 2ος, 19ος, 20ος, 44ος.

              «Ο Θεός το κρίμα σου τω βασιλεί δος»: Προσευχή προς τον Θεό ώστε ο ήρωας του ψαλμού να διακατέχεται από πνεύμα δικαιοσύνης.

              «Υιώ του βασιλέως»: Ο νέος βασιλεύς έχει κληρονομικό δικαίωμα, είναι ο υιός του βασιλέως. Ο βασιλιάς αυτός θα φέρει ειρήνη, η ειρήνη είναι καρπός δικαιοσύνης. Ο δίκαιος Σολομών είναι τύπος του Μεσσία.

              «Και συμπαραμενεί τω ηλίω»: Η βασιλεία του θα διαρκέσει όσο ήλιος, δηλαδή μέχρι το τέλος του κόσμου.

              «Ανατελεί εν ταις ημέραις αυτού»: Η παρουσία του Μεσσία παρήγαγε ανθρώπους δίκαιους.

              «Από θαλάσσης… από ποταμών»: Τα όρια της βασιλείας Του θα είναι ακαθόριστα, «έως περάτων της οικουμένης».

              «Προπεσούνται Αιθίοπες»: Οι Αιθίοπες είναι ο πλέον απομακρυσμένος λαός, ούτε όμως κι αυτοί θα μείνουν ανεπηρέαστοι του Μεσσιανικού Βασιλείου της Εκκλησίας του Χριστού.

              «Οι εχθροί χουν λείξουσι»: Ακόμη και οι εχθροί Του θα πέσουν επί της γης και θα Τον προσκυνήσουν. «Προσκυνήτωσαν αυτώ πάντες». Κανένα έθνος δεν θα μείνει ανεπηρέαστο.

              «Έσται στήριγμα εν τη γη»: Όπως το ψωμί είναι στήριγμα για το σώμα, έτσι και ο Χριστός για την οικουμένη.

              «Υπεραρθήσεται υπέρ Λίβανον ο καρπός»: Υπερβολική θα είναι η ευφορία της γης στα χρόνια του Μεσσία.

              «Εξανθήσουσιν εκ πόλεως»: Οι υπήκοοι του βασιλείου του Μεσσία θα είναι πολυάριθμοι.

              «Το όνομα αυτού ευλογημένον εις τους αιώνας», «ενευλογηθήσονται εν αυτώ»: Διά του Χριστού θα ευλογηθούν όλα τα έθνη.

              Οι στίχοι «ευλογητός Κύριος έως Γένοιτο» είναι μεταγενέστερες προσθήκες, δεν ανήκουν στον ψαλμό.

              «Εξέλιπον οι ύμνοι Δαυίδ»: Κατακλείδα και των δύο βιβλίων τα οποία ανήκουν στον Δαυίδ.
 

Ψαλμός εβδομηκοστός δεύτερος (οβ΄)

    Ως αγαθός ο Θεός τω Ισραήλ, τοις ευθέσι τη καρδία! Εμού δε παραμικρόν εσαλεύθησαν οι πόδες, παρ΄ολίγον εξεχύθη τα διαβήματα μου. Ότι εζήλωσα επί τοις ανόμοις, ειρήνην αμαρτωλών θεωρών. Ότι ουκ έστιν ανάνευσις εν τω θανάτω αυτών και στερέωμα εν τη μάστιγι αυτών. Εν κόποις ανθρώπων ουκ εισί και μετά ανθρώπων ου μαστιγωθήσονται. Δια τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία αυτών εις τέλος, περιεβάλοντο αδικίαν και ασέβειαν εαυτών. Εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών· διήλθοσαν εις διάθεσιν καρδίας. Διενοήθησαν και ελάλησαν εν πονηρία· αδικίαν εις το ύψος ελάλησαν. 'Εθεντο εις ουρανόν το στόμα αυτών και η γλώσσα αυτών διήλθε επί της γης. Δια τούτο επιστρέψει ο λαός μου ενταύθα· και ημέραι πλήρεις ευρεθήσονται εν αυτοίς. Και είπον· Πώς έγνω ο Θεός; και εί έστι γνώσις εν τω Υψίστω; Ιδού ούτοι οι αμαρτωλοί και οι ευθηνούντες εις τον αιώνα κατέσχον πλούτου. Και είπα· Άρα ματαίως εδικαίωσα την καρδίαν μου και ενιψάμην εν αθώοις τας χείρας μου. Και εγενόμην μεμαστιγωμένος όλην την ημέραν και ο έλεγχος μου εις τας πρωίας. Και έλεγον· Διηγήσομαι ούτως· ιδού τη γενεά των υιών σου ησυνθέτηκα. Και υπέλαβον του γνώναι· τούτο κόπος εστίν ενώπιον μου. Έως ου εισέλθω εις το αγιαστήριον του Θεού και συνώ εις τα έσχατα αυτών. Πλήν δια τας δολιότητας αυτών έθου αυτοίς κακά, κατέβαλες αυτούς εν τω επαρθήναι. Πώς εγένοντο εις ερήμωσιν; εξάπινα εξέλιπον, απώλοντο δια την ανομίαν αυτών. Ωσεί ενύπνιον εξεγειρομένου, Κύριε, εν τη πόλει σου την εικόνα αυτών εξουδενώσεις. Ότι εξεκαύθη η καρδία μου και οι νεφροί μου ηλλοιώθησαν. Καγώ εξουδενωμένος και ουκ έγνων· κτηνώδης εγενήθην παρά σοι, καγώ διαπαντός μετά σου. Εκράτησας της χειρός της δεξιάς μου και εν τη βουλή σου ωδήγησας με και μετά δόξης προσελάβου με. Τί γαρ μοι υπάρχει εν τω ουρανώ; και παρά σου τί ηθέλησα επί της γης; Εξέλιπεν η καρδία μου και η σάρξ μου· ο Θεός της καρδίας μου και η μερίς μου  ο Θεός εις τον αιώνα. Ότι ιδού οι μακρύνοντες εαυτούς από σου, απολούνται· εξωλόθρευσας πάντα τον πορνεύονται από σου. Εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστί, τίθεσθαι εν τω Κυρίω την ελπίδα μου, του εξαγγείλαι με πάσας τας αινέσεις σου εν ταις πύλαις της θυγατρός Σιών.

 

«Ψαλμός τω Ασάφ»: Στον Ασάφ ανήκουν οι ψαλμοί 72-82. Ο συγγραφέας ομολογεί την αγαθότητα του Θεού αλλά και τον σκανδαλισμό του για την ευτυχία των ασεβών.

«Ως αγαθός ο Θεός», «εξεχύθη τα διαβήματά μου», κόντεψε όμως ο ποιητής να καταρρεύσει «ότι» αιτιολογεί «εξήλωσα επί τοις ανόμοις» ήθελε κι αυτός να είναι όπως οι παράνομοι.

«Ειρήνην αμαρτωλών θεωρών» βρίσκεται ο ψαλμωδός σε πειρασμό βλέποντας τους ασεβείς να ευημερούν.

«Ουκ έστιν ανάνευσις εν τω θανάτω»: Ανανεύω σημαίνει σηκώνω το κεφάλι μου προς τα πάνω, δηλαδή οι ασεβείς ακόμη και στον θάνατο δεν ταλαιπωρούνται αποθνήσκουν αμέσως άνευ οδυνών.

«Στερέωμα εν τη μάστιγι αυτών» κι αν ακόμη θλιβούν, η λύπη τους δεν έχει διάρκεια διότι έχουν και πλούτο και κοινωνική θέση.

«Εν κόποις ανθρώπων ουκ εισί»: Δεν κοπιάζουν όπως οι άλλοι άνθρωποι γι’ αυτούς η ζωή είναι μια απόλαυση.

Είναι υπερήφανοι «εξελεύσεται ως εκ στέατος», η αδικία τους πηγάζει απ’ την λιπαρή ζωή τους, η ευζωία δεν περιστέλλει την κακία, αλλά την αυξάνει.

«Διήλθον εις διάθεσιν καρδίας»: Άφησαν τους εαυτούς τους να εκπληρώσουν όλες τις ορέξεις τους.

«Διενοήθησαν και ελάλησαν»: Σκέφθτηκαν και είπαν πράγματα τρομερά.

«Έθεντο εις ουρανόν»: Εκτόξευσαν βλασφημίες.

«Η γλώσσα αυτών διήλθεν»: Δεν ύβρισαν μόνον τα Θεία, αλλά και τα ανθρώπινα όσια και δίκαια.

Βλέποντας αυτά οι ευσεβείς σκανδαλίζονται  «πως έγνω ο Θεός».

«Ούτοι οι αμαρτωλοί και ευθυνούντες». Να, αυτοί οι ασεβείς θα έπρεπε να τιμωρηθούν όμως  «εις τον αιώνα κατέσχον πλούτου» όμως πάντοτε είναι και παραμένουν πλούσιοι.

«Ουκ έστιν γνώσις»: Άρα τι; Ο Θεός δεν προνοεί για την γη; «Υπέλαβον του γνώναι τούτο»: Για να μην συνεχιστεί ο σκανδαλισμός των ευσεβών και μέσα από μένα, αποφάσισα να μελετήσω αυτό το θέμα.

Ο Άσαφ όμως ομολογεί ότι δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αυτό με την ανθρώπινη σκέψη.

«Έως εισέλθω ει το αγιαστήριον του Θεού», μόνο διά της πίστεως στον Θεό λύνεται αυτό το πρόβλημα. «Συνώ εις τα έσχατα αυτών». Άρα πέφτει τώρα και ο Άσαφ βλέπει ότι η επίγειός τους ευτυχία δεν είναι τίποτα απέναντι της ατέλειωτης δυστυχίας που τους περιμένει.

«Κατέβαλες αυτούς εν τω επαρθήναι»: Ταπεινώνει ο Κύριος τους υπερήφανους.

«Πως εγένετο εις ερήμωσιν»: Η καταστροφή τους θα είναι αιφνίδια όπως το όνειρο.

«Εξεκαύθη η καρδία μου»: Ο ποιητής ονυδίζει τον εαυτό του για τον στιγμιαίο σκανδαλισμό του. Ήμουν βλαξ και ανόητος «κτηνώδης εγενόμην παρά σοι».

«Καγώ διαπαντός μετά σου», «Εν τη βουλή σου οδήγησάς με»: Ο ποιητής πλέον γαληνεύει. Ο Θεός τον ειρήνευσε.

«Τι γαρ μοι υπάρχει εν τω ουρανώ»; Ενθουσιασμένος βλέπει την ευτυχία του που είναι ο Θεός.

«Εξέλιπον η καρδία μου και η σαρξ μου»: Είναι πλέον αδιάφορος απέναντι στον θάνατο, δεν τον ενδιαφέρει.

«Ο Θεός της καρδίας μου»: Ο Θεός είναι ο βράχος του «μερίς μου ο Θεός εις τον αιώνα».

«Εμοί δε το προσκολλάσθαι τω Θεώ αγαθόν εστί»: Οι δίκαιοι λοιπόν, ας παραμείνουν δίκαιοι, ξέρει ο Θεός ο Οποίος στην μέλλουσα ζωή θα αποκαταστήσει πάσαν δικαιοσύνην.

 

Ψαλμός εβδομηκοστός τρίτος (ογ΄)

    Ινατί, ο Θεός, απώσω εις τέλος; ωργίσθη ο θυμός σου επί πρόβατα νομής σου; Μνήσθητι της συναγωγής σου, ης εκτήσω απ΄αρχής. Ελυτρώσω ράβδον κληρονομίας σου· όρος Σιών τούτο, ο κατεσκήνωσας εν αυτώ. 'Επαρον τας χείρας σου επί τας υπερηφανίας αυτών εις τέλος· όσα επονηρεύσατο ο εχθρός εν τω αγίω σου. Και ενεκαυχήσαντο οι μισούντες σε εν μέσω της εορτής σου. 'Εθεντο τα σημεία αυτών σημεία και ούκ έγνωσαν, ως εις την έξοδον υπεράνω. Ως εν δρυμώ ξύλων αξίναις εξέκοψαν τας θύρας αυτής επί το αυτό· εν πελέκει και λαξευτηρίω κατέρραξαν αυτήν. Ενεπύρισαν εν πυρί το αγιαστήριον σου, εις την γην εβεβήλωσαν το σκήνωμα του ονόματος σου. Είπον εν τη καρδία αυτών αι συγγένειαι αυτών επί το αυτό· Δεύτε και καταπαύσωμεν πάσας τας εορτάς του Θεού από της γης. Τα σημεία αυτών ούκ είδομεν· ούκ έστιν έτι προφήτης και ημάς ου γνώσεται έτι. Έως πότε, ο Θεός, ονειδιεί ο εχθρός, παροξυνεί ο υπεναντίος το όνομα σου εις τέλος; Ινατί αποστρέφεις την χείρα σου και την δεξιάν σου εκ μέσου του κόλπου  σου εις τέλος; Ο δε Θεός βασιλεύς ημών προ αιώνων· ειργάσατο σωτηρίαν εν μέσω της γης. Συ εκραταίωσας εν τη δυνάμει σου την θάλασσαν· συ συνέτριψας τας κεφαλάς των δρακόντων επί του ύδατος. Συ συνέθλασας την κεφαλήν του δράκοντος, έδωκας αυτόν βρώμα λαοίς τοις Αιθίοψι. Συ διέρρηξας πηγάς και χειμάρρους· συ εξήρανας ποταμούς Ηθάμ. Ση εστίν η ημέρα και ση εστίν η νυξ· συ κατηρτίσω φαύσιν και ήλιον. Σύ εποίησας πάντα τα ωραία της γης, θέρος και έαρ· σύ έπλασας αυτά. Μνήσθητι ταύτης· εχθρός ωνείδισε τον Κύριον και λαός άφρων παρώξυνε το όνομα σου. Μη παραδώς τοις θηρίοις ψυχήν εξομολογουμένην σοι· των ψυχών των πενήτων σου μη επιλάθη εις τέλος. Επίβλεψον  επί την διαθήκην σου· ότι επληρώθησαν οι εσκοτισμένοι της γης οίκων ανομιών. Μη αποστραφήτω τεταπεινωμένος και κατησχυμμένος· πτωχός και πένης αινέσουσι το όνομα σου. Ανάστα ο Θεός, δίκασον την δίκην σου· μνήσθητι των ονειδισμών σου των υπό άφρονος όλην την ημέραν. Μη επιλάθη της φωνής των ικετών σου· η υπερηφανία των μισούντων σε ανέβη δια παντός.

 

«Ινατί ο Θεός απώσω εις τέλος»: Ο ψαλμωδός φοβάται μήπως ο Κύριος εγκαταλείψει οριστικά λαό Του. «Ωργίσθη ο θυμός σου», «μνήσθητι», εκφράσεις από τις οποίες φαίνεται ότι ο Θεός ξέχασε εντελώς τον λαό Του.

«έπαρον τας χείρας σου»… «όσα επονηρεύσατο ο εχθρός», πήγαινε Κύριε  ώστε να δεις πόσα κακά έκαναν οι εχθροί σου στην πόλη σου.

«Ενεκαυχήσαντο… εν μέσω της εορτής σου»: Εισήλθαν στον ναό όταν οι ισραηλίτες εόρταζαν. Αντί χαρμόσυνων υμνωδιών ακούστηκαν κραυγές λύπης.

«Ουκ έγνωσαν»: Δεν κατανόησαν οι εχθροί ότι την νίκη τους δεν την έφεραν οι θεοί τους όπως νόμιζαν, αλλά ο Θεός παραχώρησε.

«Ως εις την έξοδον υπεράνω»: Τοποθέτησαν ειδωλολατρικές σημαίες υπεράνω της εισόδου του ναού.

«Ως εν δρυμώ ξύλων αξίναις»: Κατέστρεψαν με αξίνες τις θύρες του Ναού.

«Ενεπύρισαν εν πυρί το αγιαστήριόν Σου»: Το 586 π.Χ ο Ναβουχοδονόσωρ έκαψε την Ιερουσαλήμ και ο ψαλμωδός συλλογάται: «ου γνώσεται έτι», μάλλον ξένοι θα είμαστε για τον Θεό.

«Έως πότε»: Αποστροφή προς τον Θεό, τολμηρή οικειότητα.

«Ο δε βασιλεύς ημών προ αιώνων»: Ο ποιητής αιτιολογεί την στάση του και την ικεσία του. «Ειργάσατο σωτηρίαν»: Ο Θεός ενήργησε πολλά θαύματα στο παρελθόν υπέρ του λαού Του. «Έσχισας την θάλασσαν.. συ εκραταίωσας… κεφαλάς των δρακόντων» και τελικά «συ εστίν η ημέρα» όλα τα δημιουργήματα ανήκουν στον Θεό «τα ωραία της γης». Άρα και τώρα μπορείς Κύριε να κάνεις και πάλι τα ίδια.

«Μνήσθητι ταύτης»: θυμήσου την συναγωγή.

«Επληρώθησαν οι εσκοτισμένοι της γης οίκων ανομιών»: Με την κατάκτηση Παλαιστίνης από τους Χαλδαίους επήλθε αναρχία.

«Μη αποστραφήτω»… «πτωχός και πένης αινέσουσι», οι πτωχοί και ταπεινοί, όχι οι πλούσιοι και οι εγωιστές θα δοξάσουν το όνομά Σου.

«Διά παντός», όχι μία φορά αλλά συνεχώς προκαλούν οι Χαλδαίοι, το κακό έχει ωριμάσει, πρέπει να τιμωρηθεί.

 

Ψαλμός  εβδομηκοστός τέταρτος (οδ΄)

                        Εξομολογήσομαι σοι, ο Θεός· εξομολογησόμεθα σοι και επικαλεσόμεθα το όνομα σου· διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσια του. ΄Οταν λάβω καιρόν, εγώ ευθύτητας κρινώ. Ετάκη η γη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή· εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής. Είπα τοις παρανομούσιR Μη παρανομείτε· και τοις αμαρτάνουσι· Μη υψούτε κέρας. Μη επαίρετε εις ύψος το κέρας υμών και μη λαλείτε κατά του Θεού αδικίαν. Ότι ούτε εξ εξόδων, ούτε από δυσμών, ούτε από ερήμων ορέων ότι ο Θεός κριτής έστι. Τούτον ταπεινοί και τούτον υψοί· ότι ποτήριον εν χειρί Κυρίου, οίνου ακράτου, πλήρες κεράσματος. Και έκλινεν εκ τούτου εις τούτο, πλην ο τρυγίας αυτού ούκ εξεκενώθη, πίονται πάντες οι αμαρτωλοί της γης. Εγώ δε αγαλλιάσομαι εις τον αιώνα, ψαλώ τω Θεώ Ιακώβ. Και πάντα τα κέρατα των αμαρτωλών συνθλάσω και υψωθήσεται το κέρας του δικαίου.

            «Εξομολογησόμεθά Σοι»: Σε υμνολογούμε, αυτό σημαίνει  το “εξομολογούμαι” στον ψαλμό.

            «Όταν λάβω καιρόν»: Μιλά τώρα ο Θεός, ξέρω ποια είναι η κατάλληλη ώρα για να παρέμβω, τώρα όμως κάντε υπομονή «ετάκη η γη» διότι οι άνθρωποι έχασαν την ισορροπία τους, την ηθική τους.

            «Τοις παρανομούσι»: Δεν πρέπει να υπερηφανεύονται οι αμαρτωλοί.

            «Ότι ούτε εξ εξόδων» διότι δεν υπάρχει διέξοδος για σας, ο Θεός ελέγχει όλα τα σημεία του ορίζοντα.

            «Ποτήριον»: Αυτό το ποτήρι είναι γεμάτο από Θεία τιμωρία για τους ασεβείς.

            «Πίονται πάντες οι αμαρτωλοί», «κέρατα δικαίου»: Η δύναμις του Ισραήλ αυτή θα κυριαρχήσει, δηλαδή το δίκαιο του Θεού.

 

Ψαλμός εβδομηκοστός πέμπτος (οε΄)

    Γνωστός εν τη Ιουδαία ο Θεός· εν τω Ισραήλ μέγα το όνομα αυτού. Και εγενήθη εν ειρήνη ο τόπος αυτού και το κατοικητήριον αυτού εν Σιών. Εκεί συνέτριψε τα κράτη των τόξων, όπλον και ρομφαίαν και πόλεμον. Φωτίζεις συ θαυμαστώς από ορέων αιωνίων. Εταράχθησαν πάντες οι ασύνετοι τη καρδία· ύπνωσαν ύπνον αυτών και ούχ εύρον ουδέν πάντες οι άνδρες του πλούτου ταις χερσίν αυτών. Από επιτιμήσεως σου, ο Θεός Ιακώβ, ενύσταξαν οι επιβεβηκότες τοις ίπποις. Συ φοβερός ει και τίς αντιστήσεται σοι; από τότε η οργή σου. Εκ του ουρανού ηκούτισας κρίσιν. Γη εφοβήθην και ησύχασεν εν τω αναστήναι εις κρίσιν τον Θεόν, του σώσαι πάντας τους πραείς της γης. Ότι ενθύμιον ανθρώπου εξομολογήσεται σοι και εγκατάλειμμα ενθυμίου εορτάσει σοι. Εύξασθε και απόδοτε Κυρίω τω Θεώ ημών· πάντες οι κύκλω αυτού οίσουσι δώρα. Τω φοβερώ και αφαιρουμένω πνεύματα αρχόντων, φοβερώ παρά τοις βασιλεύσι της γης.

 

Ο ψαλμός αυτός αναφέρεται στην θαυματουργική  διάσωση της Ιερουσαλήμ από τον Σενναχηρείμ.

«Γνωστός εν τη Ιουδαία»: Ο Θεός είναι γνωστός στους Ιουδαίους από τα τόσα θαύματα που στο παρελθόν επιτέλεσε.

«Φωτίζεις συ θαυμαστώς»: Ο Θεός ρίπτει από μακριά τις ακτίνες της δόξης Του.

«Εταράχθησαν οι ασύνετοι τη καρδία», «ύπνωσαν ύπνον»: Πρόκειται για τον αιώνιο ύπνο των αμαρτωλών, των εχθρών του Ισραήλ. 

«Συ φοβερός ει… από τότε η οργή σου»: Αναφέρεται στον θάνατο 185.000 ανδρών του Σενναχηρείμ εν μία νυκτί.

«Του σώσαι τους πραείς»: Εγέρθηκε ο Κύριος για να σώσει του δυστυχείς ισραηλίτες.

«Ενθύμιον ανθρώπου»: Κατάλαβαν οι Ασσύριοι ότι ο Θεός του Ισραήλ είναι Ισχυρός, ανίκητος. Έτσι θα αναγκαστούν τα έθνη να αναγνωρίσουν, να προσκυνήσουν τον Αληθινό Θεό.

«Οι κύκλω αυτού οίσουσι δώρα»: Οι κύκλω αυτού, είναι οι γειτονικοί λαοί του Ισραήλ οι οποίοι παρακινούνται από τον ποιητή να προσφέρουν δώρα στον αληθινό Θεό αφού είδαν την θαυαμτουργική διάσωση του Ισραήλ.

Ψαλμός εβδομηκοστός έκτος (οστ΄)

    Φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα, φωνή μου προς τον Θεόν και προσέσχε μοι. Εν ημέρα θλίψεως μου τον Θεόν εξεζήτησα· ταις χερσί μου νυκτός εναντίον αυτού και ούκ ηπατήθην· απηνήνατο παρακληθήναι η ψυχή μου. Εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην· ηδολέσχησα και ωλιγοψύχησε το πνεύμα μου. Προκατελάβοντο φύλακας οι οφθαλμοί μου· εταράχθην και ούκ ελάλησα. Διελογισάμην ημέρας αρχαίας και έτη αιώνια εμνήσθην και εμελέτησα. Νυκτός μετά καρδίας μου ηδολέσχουν και έσκαλλε το πνεύμα μου. Μη εις τους αιώνας απώσεται Κύριος και ου προσθήσει του ευδοκήσαι έτι; ΄Η εις τέλος το έλεος αυτού αποκόψει; συνετέλεσε ρήμα από γενεάς εις γενεάν; ΄Η επιλήσεται του οικτειρήσαι ο Θεός; ή συνέξει εν τη οργή αυτού τους οικτιρμούς αυτού; Και είπα· Νυν ηρξάμην· αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου. Εμνήσθην των έργων Κυρίου· ότι μνησθήσομαι από της αρχής των θαυμασίων σου. Και μελετήσω εν πάσι τοις έργοις σου και εν τοις επιτηδεύμασι σου αδολεσχήσω. Ο Θεός, εν τω αγίω η οδός σου· τίς Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; συ εί ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια. Εγνώρισας εν τοις λαοίς την δύναμιν σου, ελυτρώσω εν τω βραχίονι σου τον λαόν σου, τους υιούς Ιακώβ και Ιωσήφ. Είδοσαν σε ύδατα ο Θεός, είδοσαν σε ύδατα και εφοβήθησαν· εταράχθησαν άβυσσοι· πλήθος ηχούς υδάτων. Φωνήν έδωκαν αι νεφέλαι· και γαρ τα βέλη σου διαπορεύονται. Φωνή της βροντής σου εν τω τροχώ· έφαναν αι αστραπαί σου τη οικουμένη· εσαλεύθη και έντρομος εγενήθη η γη. Εν τη θαλάσση αι οδοί σου και αι τρίβοι σου εν ύδασι πολλοίς και τα ίχνη σου ου γνωσθήσονται. Ωδήγησας ως πρόβατα τον λαόν σου εν χειρί Μωυσή και Ααρών. 

 

«Φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα.. και προσέσχες μοι»: Ο Ασάφ κράζει προς τον Κύριο, ταυτόχρονα αισθάνεται πως Εκείνος τον ακούει .

«Εν ημέρα θλίψεώς μου»: Η ημέρα της θλίψεως είναι η θλιβερή περίοδος της ιστορίας του Ισραήλ.

«Του Θεού εξεζήτησα»: Δεν απευθύνεται ο ποιητής σε επίγειους διασώστες, αλλά στον Παντοκράτωρ Θεό.

«Τοις χερσί μου»: Υψώνει ικετευτικά προς τον ουρανό τα χέρια του. Η προσευχή του τον παρηγορεί: «Εμνήσθην του Θεού και ευφράνθην».

«Ωλιγοψύχησε το πνεύμα μου»: Εξαντλήθηκε όμως η σκέψη μου.

«Προκατελάβοντο φυλακάς»: Δηλαδή αγρυπνούσε όλη την νύχτα.

«Εταράχθην και ουκ ελάλησα»: Η θλίψη μου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έμεινα άναυδος.

«Διελογησάμην ημέρας αρχαίας»: Θυμήθηκε το ένδοξο παρελθόν του Ισραήλ.

«Συνετέλεσε ρήμα»: Δηλαδή τι; Οι υποσχέσεις προς τους προπάτορές μας ολοκληρώθηκαν; Αδύνατον! «Και είπα» «νυν ηρξάμην»: Τώρα αρχίζω να κατανοώ. Η απελπισία μου οφείλεται εξ’ ιδίας αδυναμίας.

«Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου»: Η μεταβολή του αισθήματος της απελπισίας μου οφείλεται και πάλι στον κύριο, όχι σε μένα.

«Εμνήσθην των έργων Κυρίου»: Ας θυμηθώ τα έργα του Κυρίου. «Μελετήσω εν πάσι τοις έργοις σου» και ας φιλοσοφήσω. «Αδολεσχήσω».

«Ο Θεός εν τω αγίω η οδός σου επί αγίων αρχών ο Θεός κυβερνά τον κόσμο»

«Τις Θεός μέγας ως»: Ποιος είναι όμοιός Σου «ο ποιών θαυμάσια».

«Εγνώρισας εν τοις λαοίς την δύναμίν σου»: Πότε; Όταν διέβη ο Ισραήλ την Ερυθρά θάλασσα.

«Είδοσάν σε ύδατα»: Τα ύδατα της Ερυθράς θαλάσσης υποχώρησαν «εφοβήθησαν»

«Εταράχθησαν άβυσσοι» «πλήθους ηχούς υδάτων» ακούγονταν θόρυβος όταν η θάλασσα σχίζονταν για να διαβεί ο Ισραήλ.

«Φωνήν έδωκαν αι νεφέλαι»=βροντές.

«Τα ίχνη σου ου γνωσθήσθονται»: Μετά την διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης επανήλθαν και πάλι τα νερά στην φυσιολογική τους θέση.

«Ωδήγησας ως πρόβατα»: Καθοδήγησες διά του Μωυσέως τον Ισραήλ στην γη της επαγγελίας.

Ο ψαλμωδός σταματά απότομα. Αφού έκανες όλα αυτά στο παρελθόν, τώρα θα μας εγκαταλείψεις; Όχι! Αδύνατον! 

 

Ψαλμός εβδομηκοστός έβδομος (οζ΄)

           Προσέχετε, λαός μου, τω νόμω μου· κλίνατε το ούς υμών εις τα ρήματα του στόματος μου. Ανοίξω εν παραβολαίς το στόμα μου· φθέγξομαι προβλήματα απ΄αρχής. ΄Οσα ηκούσαμεν και έγνωμεν αυτά και οι πατέρες ημών διηγήσαντο ημίν. Ούκ εκρύβη από των τέκνων αυτών εις γενεάν ετέραν, απαγγέλοντες τας αινέσεις του Κυρίου και τας δυναστείας αυτού και τα θαυμάσια αυτού, ά εποίησε. Και ανέστησε μαρτύριον εν Ιακώβ και νόμον έθετο εν Ισραήλ. ΄Οσα ενετείλατο τοις πατράσιν ημών του γνωρίσαι αυτά τοις υιοίς αυτών. ΄Οπως αν γνω γενεά ετέρα, υιοί οι τεχθησόμενοι και αναστήσονται και απαγγελούσιν αυτά τοις υιοίς αυτών. ΄Ινα θώνται επί τον Θεόν την ελπίδα αυτών και μη επιλάθωνται των έργων του Θεού και τας εντολάς αυτού εκζητήσωσι. ΄Ινα μη γένωνται ως οι πατέρες αυτών, γενεά σκολιά και παραπικραίνουσα. Γενεά, ήτις ου κατήυθυνε την καρδία εαυτής και ούκ επιστώθη μετά του Θεού το πνεύμα αυτής. Υιοί Εφραίμ, εντείνοντες και βάλλοντες τόξοις, εστράφησαν εν ημέρα πολέμου. Ούκ εφύλαξαν την διαθήκην του Θεού και εν τω νόμω αυτού ούκ ηβουλήθησαν πορεύεσθαι. Και επελάθοντο των ευεργεσιών αυτού και των θαυμασίων αυτού, ων έδειξεν αυτοίς. Εναντίον των πατέρων αυτών, ά εποίησε θαυμάσια εν γη Αιγύπτω, εν πεδίω Τάνεως. Διέρρηξε θάλασσαν και διήγαγεν αυτούς· παρέστησεν ύδατα ωσεί ασκόν. Και ωδήγησεν αυτούς εν νεφέλη ημέρας και όλην την νύκτα εν φωτισμώ πυρός. Διέρρηξε πέτραν εν ερήμω και επότισεν αυτούς ως εν αβύσσω πολλή. Και εξήγαγεν ύδωρ εκ πέτρας και κατήγαγεν ως ποταμούς ύδατα. Και προσέθεντο έτι του αμαρτάνειν αυτώR παρεπίκραναν τον Ύψιστον εν ανύδρω. Και εξεπείρασαν τον Θεόν εν ταις καρδίαις αυτών, του αιτήσαι βρώματα ταις ψυχαίς αυτών. Και κατελάλησαν του Θεού και είπον· Μη δυνήσεται ο Θεός ετοιμάσαι τράπεζαν εν ερήμω; Επεί επάταξε πέτραν και ερρύησαν ύδατα και χείμαρροι κατεκλύσθησαν· μη και άρτον δύναται δούναι, ή ετοιμάσαι τράπεζαν τω λαώ αυτού; Δια τούτο ήκουσε Κύριος και ανεβάλετο και πυρ ανήφθη εν Ιακώβ και οργή ανέβη επί τον Ισραήλ. Ότι ούκ επίστευσαν εν τω Θεώ, ουδέ ήλπισαν επί το σωτήριον αυτού. Και ενετείλατο νεφέλαις υπεράνωθεν και θύρας ουρανού ανέωξε. Και έβρεξεν αυτοίς μάννα φαγείν και άρτον ουρανού έδωκεν αυτοίς. Άρτον αγγέλων έφαγεν άνθρωπος, επισιτισμόν απέστειλεν αυτοίς εις πλησμονήν. Απήρε Νότον εξ ουρανού και επήγαγεν εν τη δυνάμει αυτού Λίβα. Και έβρεξεν επ΄αυτούς ωσεί χούν σάρκας και ωσεί άμμον θαλασσών πετεινά πτερωτά. Και επέπεσον εν μέσω παρεμβολής αυτών, κύκλω των σκηνωμάτων αυτών. Και έφαγον και ενεπλήσθησαν σφόδρα και την επιθυμίαν αυτών ήνεγκεν αυτοίς· ούκ εστερήθησαν από της επιθυμίας αυτών. ΄Ετι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών και η οργή του Θεού ανέβη επ΄αυτούς και απέκτεινεν εν τοις πλείοσιν αυτών και τους εκλεκτούς τους Ισραήλ συνεπόδισεν. Εν πάσι τούτοις ήμαρτον έτι και ούκ επίστευσαν εν τοις θαυμασίοις αυτού. Και εξέλιπον εν ματαιότητι αι ημέραι αυτών και τα έτη αυτών μετά σπουδής. Όταν απέκτεινεν αυτούς, τότε εξεζήτουν αυτόν και επέστρεφον και ώρθριζον προς τον Θεόν. Και εμνήσθησαν ότι ο Θεός βοηθός αυτών έστι και ο Θεός ο Ύψιστος λυτρωτής αυτών έστι. Και ηγάπησαν αυτόν εν τω στόματι αυτών και τη γλώσση αυτών εψεύσαντο αυτώ. Η δε καρδία αυτών ούκ ευθεία μετ΄αυτού, ουδέ επιστώθησαν εν τη διαθήκη αυτού. Αυτός δε έστιν οικτίρμων και ιλάσκεται ταις αμαρτίαις αυτών. Και ού διαφθερεί και πληθυνεί του αποστρέψαι τον θυμόν αυτού και ουχί εκκαύσει πάσαν την οργήν αυτού. Και εμνήσθη ότι σάρξ είσι, πνεύμα πορευόμενον και ούκ επιστρέφον. Ποσάκις παρεπίκραναν αυτόν εν τη ερήμω, παρώργισαν αυτόν εν γη ανύδρω; Και επέστρεψαν και επείρασαν τον Θεόν και τον άγιον του Ισραήλ παρώξυναν. Και ούκ εμνήσθησαν της χειρός αυτού, ημέρας ης ελυτρώσατο αυτούς εκ χειρός θλίβοντος. Ως έθετο εν Αιγύπτω τα σημεία αυτού και τα τέρατα αυτού εν πεδίω Τάνεως. Και μετέστρεψεν εις αίμα τους ποταμούς αυτών και τα ομβρήματα αυτών, όπως μη πίωσι. Εξαπέστειλεν εις αυτούς κυνόμυιαν και κατέφαγεν αυτούς· και βάτραχον και διέφθειρεν αυτούς. Και έδωκε τη ερυσίβη τους καρπούς αυτών και τους πόνους αυτών τη ακρίδι. Απέκτεινεν εν χαλάζη την άμπελον αυτών και τους συκαμίνους αυτών εν τη πάχνη. Και παρέδωκεν εις χάλαζαν τα κτήνη αυτών και την ύπαρξιν αυτών τω πυρί. Εξαπέστειλεν εις αυτούς οργήν θυμού αυτού, θυμόν και οργήν και θλίψιν, αποστολήν δι΄αγγέλων πονηρών. Ωδοποίησε τρίβον τη οργή αυτούR και ούκ εφείσατο από θανάτου των ψυχών αυτών και τα κτήνη αυτών εις θάνατον συνέκλεισε. Και επάταξε παν πρωτότοκον εν γη Αιγύπτω, απαρχήν παντός πόνου αυτών, εν τοις σκηνώμασι Χαμ. Και απήρεν ως πρόβατα τον λαόν αυτού και ανήγαγεν αυτούς ως ποίμνιον εν ερήμω. Και ωδήγησεν αυτούς επ΄ελπίδι και ούκ έδειλίασανR και τους εχθρούς αυτών εκάλυψε θάλασσα. Και εισήγαγεν αυτούς εις όρος αγιάσματος αυτού, όρος τούτο, ό εκτήσατο η δεξιά αυτού. Και εξέβαλεν από προσώπου αυτών έθνη και εκληροδότησεν αυτούς εν σχοινίω κληροδοσίας. Και κατεσκήνωσεν εν τοις σκηνώμασιν αυτών τας φυλάς του Ισραήλ. Και επείρασαν και παρεπίκραναν τον Θεόν τον Ύψιστον και τα μαρτύρια αυτού ούκ εφυλάξαντο. Και απέστρεψαν και ηθέτησαν, καθώς και οι πατέρες αυτών· μετεστράφησαν εις τόξον στρεβλόν. Και παρώργισαν αυτόν εν τοις βουνοίς αυτών και εν τοις γλυπτοίς αυτών παρεζήλωσαν αυτόν. ΄Ηκουσεν ο Θεός και υπερείδε και εξουδένωσε σφόδρα τον Ισραήλ. Και απώσατο την σκηνήν Σηλώμ, σκήνωμα, ό κατεσκήνωσεν εν ανθρώποις. Και παρέδωκεν εις αιχμαλωσίαν την ισχύν αυτών και την καλλονήν αυτών εις χείρας εχθρών. Και συνέκλεισεν εν ρομφαία τον λαόν αυτού. και την κληρονομίαν αυτού υπερείδε. Τους νεανίσκους αυτών κατέφαγε πυρ και αι παρθένοι αυτών ούκ επένθησαν. Οι ιερείς αυτών εν ρομφαία έπεσον και αι χήραι αυτών ου κλαυθήσονται. Και εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος, ως δυνατός κεκραιπαληκώς εξ οίνου. Και επάταξε τους εχθρούς αυτού εις τα οπίσω, όνειδος αιώνιον έδωκεν αυτοίς. Και απώσατο το σκήνωμα Ιωσήφ και την φυλήν Εφραίμ ούκ εξελέξατο. Και εξελέξατο την φυλήν του Ιούδα, το όρος το Σιών, ό ηγάπησε. Και ωκοδόμησεν ως μονοκέρωτος το αγίασμα αυτού· εν τη γη εθεμελίωσεν αυτήν εις τον αιώνα. Και εξελέξατο Δαυίδ τον δούλον αυτού και ανέλαβεν αυτόν εκ των ποιμνίων των προβάτων. Εξόπισθεν των λοχευομένων έλαβεν αυτόν, ποιμαίνειν Ιακώβ τον δούλον αυτού και Ισραήλ την κληρονομίαν αυτού. Και εποίμανεν αυτούς εν τη ακακία της καρδίας αυτού και εν ταις συνέσεσι των χειρών αυτού ωδήγησεν αυτούς.

  

«Προσέχετε , λαός μου, τω νόμω μου»: Ο ποιητής θα μιλήσει ως κήρυξ του Θεού.

«Ανοίξω εν παραβολαίς το στόμα μου»: Δηλαδή λόγια με βαθύ νόημα. Ο Ματθαίος εφαρμόζει τον στίχο αυτόν στον Χριστό Ματθ. 13, 34-35. Άρα ο Ασάφ είναι προφήτης και τύπος του Χριστού.

«Όσα ηκούσαμεν», «οι πατέρες ημών διηγήσαντο ημίν»: Η προφορική παράδοση των πατέρων. Ο σκοπός του συγγραφέα είναι να εκθέσει την ιστορία του Ισραήλ· γιατί; «του γνωρίσαι αυτά», «απαγγελούσι αυτά τοις υιοίς» «ίνα θώνται επί τον Θεόν» για να έχουν την ελπίδα τους στον Θεό και «ίνα μη γένωνται ως οι πατέρες» δηλαδή να μην γίνουν απείθαρχοι σαν τους προγόνους τους.

Κατόπιν ο ποιητής εκθέτει την ιστορία του Ισραήλ στους 9-53. «Ποσάκις παρεπίκραναν»: Πόση ήταν η αχαριστία των ισραηλιτών απέναντι στον Ευεργέτη τους!

  

Ψαλμός εβδομηκοστός όγδοος (οη΄)

 

    Ο Θεός, ήλθοσαν έθνη εις κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιον σου, έθεντο Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον. ΄Εθεντο τα θνησιμαία των δούλων σου βρώματα τοις πετεινοίς του ουρανού, τας σάρκας των οσίων σου τοις θηρίοις της γης. Εξέχεαν το αίμα αυτών ωσεί ύδωρ κύκλω Ιερουσαλήμ και ούκ ην ο θάπτων. Εγενήθημεν όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών. Έως πότε, Κύριε, οργισθήση εις τέλος, εκκαυθήσεται ως πύρ ο ζήλος σου; ΄Εκχεον την οργήν σου επί τα έθνη τα μη γινώσκοντα σε και επί βασιλείας, αί το όνομα σου ούκ επεκαλέσαντο. Ότι κατέφαγον τον Ιακώβ και τον τόπον αυτού ηρήμωσαν. Μη μνησθής ημών ανομιών αρχαίων· ταχύ προκαταλαβέτωσαν ημάς οι οικτιρμοί σου, Κύριε, ότι επτωχεύσαμεν σφόδρα. Βοήθησον ημίν, ο Θεός ο Σωτήρ ημών, ένεκεν της δόξης του ονόματος σου· Κύριε, ρύσαι ημάς και ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών ένεκεν του ονόματος σου. Μήποτε είπωσι τα έθνη· Πού έστιν ο Θεός αυτών; Και γνωσθήτω εν τοις έθνεσιν ενώπιον των οφθαλμών ημών η εκδίκησις του αίματος των δούλων σου εκκεχυμένου. Εισελθέτω ενώπιον σου ο στεναγμός των πεπεδημένων, κατά την μεγαλωσύνην του βραχίονος σου περιποίησαι τους υιούς των τεθανατωμένων. Απόδος τοις γείτοσιν ημών επταπλασίονα εις τον κόλπον αυτών τον ονειδισμόν αυτών, όν ωνείδισαν σε, Κύριε. Ημείς δε λαός σου και πρόβατα νομής σου, ανθομολογησόμεθα σοι, ο Θεός, εις τον αιώνα, εις γενεάν και γενεάν εξαγελλούμεν την αίνεσίν σου.

 

«Ήλθοσαν έθνη»: περί των βαβυλωνίων ομιλεί ο ποιητής. Ποιο ήταν το αποτέλεσμα της εισβολής των εθνών; «Έθεντο τα θνησιμαία» οι νεκροί Ιουδαίοι έμειναν άταφοι, μεταξύ αυτών και οι ιερείς. «Όνειδος τοις γείτοσιν» Μωαβίτες, Αμμωνίτες και Ιδουμαίοι χάρηκαν για την βεβήλωση της Ιερουσαλήμ.

«Έως πότε» «έκχεαν την οργήν σου»: Ο Ασάφ με ιερό θάρρος παρακαλεί τον Θεό: «Μη μνηθής ημών ανομιών αρχαίων» μη θυμηθείς Κύριε τις ανομίες των προγόνων μας, μη τις λάβεις υπόψη Σου. «Μήποτε είπωσι τα έθνη»:Επικαλείται την αξιοπρέπεια του Θεού.

Λάβε τώρα εις υιοθεσία «υιούς των τεθανατωμένων» και «απόδος τοις γείτοσιν» τιμώρησε τους χαιρεκακούντες γείτονες.

 

Ψαλμός εβδομηκοστός ένατος (οθ΄)

    Ο ποιμάινων τον Ισραήλ πρόσχες, ο οδηγών ωσεί πρόβατον τον Ιωσήφ. Ο καθήμενος επί των Χερουβείμ εμφάνηθι, εναντίον Εφραίμ και Βενιαμίν και Μανασσή, Εξέγειρον την δυναστείαν σου και ελθέ εις το σώσαι ημάς. Ο Θεός, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπον σου και σωθησόμεθα. Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, έως πότε οργίζη επί την προσευχήν των δούλων σου; Ψωμιείς ημάς άρτον δακρύων; και ποτιείς ημάς εν δάκρυσιν εν μέτρω; ΄Εθου ημάς εις αντιλογίαν τοις γείτοσιν ημών και οι εχθροί ημών εμυκτήρισαν ημάς. Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπον σου και σωθησόμεθα. ΄Αμπελον εξ Αιγύπτου μετήρας· εξέβαλες έθνη και κατεφύτευσας αυτήν. Ωδοποίησας έμπροσθεν αυτής και κατεφύτευσας τας ρίζας αυτής και επλήρωσε την γην. Εκάλυψεν όρη η σκιά αυτής και αι αναδενδράδες αυτής τας κέδρους του Θεού. Εξέτεινε τα κλήματα αυτής έως θαλάσσης και έως ποταμών τας παραφυάδας αυτής. Ινατί καθείλες τον φραγμός αυτής και τρυγώσιν αυτήν πάντες οι παραπορευόμενοι την οδόν; Ελυμήνατο αυτήν σύς εκ δρυμού και μονιός άγριος κατενεμήσατο αυτήν. Ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον δη και επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την άμπελον ταύτην. Και κατάρτισαι αυτήν, ή εφύτευσεν η δεξιά σου και επί υιόν ανθρώπου, όν εκραταίωσας σεαυτώ. Εμπεπυρισμένη πυρί και ανεσκαμμένη· από επιτιμήσεως του προσώπου σου απολούνται. Γενηθήτω η χείρ σου επ΄άνδρα δεξιάς σου και επι υιόν ανθρώπου, όν εκραταίωσας σεαυτώ. Και ου μη αποστώμεν από σου· ζωώσεις ημάς και το όνομα σου επικαλεσόμεθα. Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, επίστρεψον ημάς και επίφανον το πρόσωπόν σου και σωθησόμεθα.

 

Χρόνος ψαλμού: Η εισβολή των Ασσυρίων στο Βόρειο βασίλειο του Ισραήλ.

«Ο ποιμαίνων»: Ο Κύριος είναι ποιμήν του Ισραήλ «ο καθήμενος επί των Χερουβείμ»

  «Εναντίον» Ο Θεός τις φυλές του σχισματικού Ισραήλ θα τις αφήσει να πληγούν περισσότερο από την εισβολή των Ασσυρίων.

«Οργίζη επί των προσευχών»: Δεν αρέσουν στον Θεό οι υποκριτικές προσευχές τους, αντιθέτως Τον παροργίζουν περισσότερο.

«Εξέβαλες έθνη»: Αμορραίους, Ευαίους, Χαναναίους, Χετταίους (εξοδ 23, 28-30).

«Ωδοποίησας έμπροσθεν αυτής»: Επί σαράντα χρόνια η περιπλάνηση των ισραηλιτών στην έρημο φαίνεται πως δεν ήταν αρκετή για να συνετιστούν.

«Επίβλεψον εξ’ ουρανού»: Μέχρι τώρα δεν τους έβλεπε, ήταν οργισμένος, «ίδε» την αθλία μας ακατάσταση «επίσκεψαι» «κατάρτισσαι αυτήν»: αποκατάστησε  τον ισραηλιτικό λαό στην πρότερή του δόξα. «Εφύτευσεν η δεξιά σου» Εσύ φύτευσες Κύριε, δικός σου λαός είναι.

«Εμπεπυρισμένη πυρί και ανασκαμμένη»: Η χώρα τώρα έχει παραδοθεί στη φωτιά, έχει καταστραφεί.

«Γεννηθήτω η χειρ σου»: Έκτεινε Κύριε την προστατευτική σου χείρα και σώσε μας.

 

Ψαλμός ογδοηκοστός (π΄)

    Αγαλλιάσθε τω Θεώ βοηθώ ημών, αλαλάξατε τω Θεώ Ιακώβ. Λάβετε ψαλμόν και δότε τύμπανον, ψαλτήριον τερπνόν μετά κιθάρας. Σαλπίσατε εν νεομηνία σάλπιγγι, εν ευσήμω ημέρα εορτής υμών. Ότι πρόσταγμα τω Ισραήλ έστι και κρίμα τω Θεώ Ιακώβ. Μαρτύριον εν τω Ιωσήφ έθετο αυτον, εν τω εξελθείν αυτόν εκ γής Αιγύπτου· γλώσσαν, ήν ούκ έγνω, ήκουσε. Απέστησεν από άρσεων τον νώτον αυτού, αι χείρες αυτού εν τω κοφίνω εδούλευσαν Εν θλίψει επεκαλέσω με και ερρυσάμην σε· επήκουσα σου εν αποκρύφω καταιγίδος, εδοκίμασα σε επί ύδατος αντιλογίας. 'Ακουσον, λαός μου και λαλήσω σοι, Ισραήλ και διαμαρτύρομαι σοι. Εάν ακούσης μου, ούκ έσται εν σοι Θεός πρόσφατος, ουδέ προσκυνήσεις Θεώ αλλοτρίω. Εγώ γαρ είμι Κύριος ο Θεός σου, ο αναγαγών σε εκ γης Αιγύπτου· πλάτυνον το στόμα σου και πληρώσω αυτό. Και ούκ ήκουσεν ο λαός μου της φωνής μου και Ισραήλ ού προσέσχε μοι. Και εξαπέστειλα αυτούς κατά τα επιτηδεύματα των καρδιών αυτών, πορεύσονται εν τοις επιτηδεύμασι αυτών. Ει ο λαός μου ήκουσε μου, Ισραήλ ταις οδοίς μου εί επορεύθη. Εν τω μηδενί αν τους εχθρούς αυτών εταπείνωσα και επί τους θλίβοντες αυτούς επέβαλον αν την χείρα μου. Οι εχθροί Κυρίου εψεύσαντο αυτώ και έσται ο καιρός αυτών εις τον αιώνα. Και εψώμισεν αυτούς εκ στέατος πυρού και εκ πέτρας μέλι εχόρτασεν αυτούς.

 

 

«Αγαλλιάσθε», «Ψαλμόν και τύμπανον»: Ο ποιητής  απευθύνεται  στους Λευίτες. 

«Σαλπίσατε», «ότι πρόσταγμα», γιατί; «εν ευσήμω ημέρα εορτής». Διότι έφτασε η εορτή της Σκηνοπηγίας. Στην εορτή της Σκηνοπηγίας οι Εβραίοι γιόρταζαν το πέρασμα  από την Ερυθρά θάλασσα και την απελευθέρωσή τους από την δουλεία των Αιγυπτίων.

«Εδοκίμασά σε»: Ο Κύριος έθεσε σε δοκιμασία τους ισραηλίτες για να δει την αγάπη τους. Τι όμως είδε; «Επί ύδατος αντιλογία».

«Άκουσον λαός μου», «διαμαρτύρομαί σοι», όμως «εάν ακούσης μου», μακάρι ο λαός μου να με άκουγε, τότε «εν τω μηδενί», τότε θα κατάστρεφε τους εχθρούς του Ισραήλ.

Ψαλμός ογδοηκοστός πρώτος (πα΄)

        Ο Θεός έστη εν συναγωγή θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί. Έως πότε κρίνετε αδικίαν και πρόσωπα αμαρτωλών λαμβάνετε; Κρίνατε ορφανώ και πτωχώ, ταπεινόν και πένητα δικαιώσατε. Εξέλεσθε πένητα και πτωχόν, εκ χειρός αμαρτωλού ρύσασθε αυτόν. Ούκ έγνωσαν, ουδέ συνήκαν, εν σκότει διαπορεύονται, σαλευθήτωσαν πάντα τα θεμέλια της γης. Εγώ είπα· Θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες. Υμείς δε ως άνθρωποι αποθνήσκετε και ως εις των αρχόντων πίπτετε. Ανάστα, ο Θεός, κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.

 

          «Ο Θεός έστη εν συναγωγή θεών»: θεούς εννοεί τους άρχοντες. Δεν πρόκειται λοιπόν περί αγγέλων  διότι αυτοί οι «θεοί» φέρονται ως αμαρτωλοί.

          «Έως πότε κρίνετε αδικίαν»: Μέχρι πότε θα εκδίδετε άδικες αποφάσεις;

          «Κρίνατε ορφανώ»: Υπερασπίστε τους αδύνατους.

          «Ουκ έγνωσαν»: Ο Κύριος τονίζει την ηθική τους κατάπτωση και πώρωσή τους.

          «Εγώ είπα θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες»: Αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο Κύριος για να τονίσει στους Ιουδαίους το δικαίωμα να ονομάζει τον Εαυτό Του Υιόν Θεού. Το επιχείρημά Του ήταν τόσο αποτελεσματικό, ώστε οι Ιουδαίοι δεν μπόρεσαν κάτι να ανταπαντήσουν.

          «Υμείς δε ως άνθρωποι», σεις όμως παρότι λάβατε Θεία εξουσία, προτιμάτε την ζωή των συνηθισμένων αρχόντων, συνεπώς ο Θεός θα σας τιμωρήσεις σαν κοινούς θνητούς.

          «Ανάστα ο Θεός»: Έκκληση προς τον Θεό να εγερθεί και να καταδικάσει τους άδικους κριτές.

          «Συ κατακληρονομήσεις»: Ο Θεός έχει δικαίωμα να δικάσει όλη τη γη διότι αυτός είναι κληρονόμος των εθνών, διότι Σ’ Αυτόν ανήκουν όλα τα έθνη.

  

Ψαλμός ογδοηκοστός δεύτερος (πβ΄)

 

    Ο Θεός, τίς ομοιωθήσεται σοι; μη σιγήσης, μηδέ καταπραϋνης, ο Θεός. Ότι ιδού οι εχθροί σου ήχησαν, και οι μισούντες σε ήραν κεφαλήν. Επί τον λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην και εβουλεύσαντο κατά των αγίων σου. Είπον· Δεύτε και εξολοθρεύσωμεν αυτούς εξ έθνους, και ου μη μνησθή το όνομα Ισραήλ έτι. Ότι εβουλεύσαντο εν ομονοία επί το αυτό, κατά σου διαθήκην διέθεντο· τα σκηνώματα των Ιδουμαίων και οι Ισμαηλίται. Μωάβ και οι Αγαρηνοί, Γεβάλ, και Αμμών, και Αμαλήκ, αλλόφυλοι μετά των κατοικούντων Τύρον. Και γαρ Ασσούρ συμπαρεγένετο μετ΄αυτών, εγενήθησαν εις αντίληψην τοις υιοίς Λωτ. Ποίησον αυτοίς ως τη Μαδιάμ και τω Σισάρα, εν τω Ιαβείμ εν τω χειμάρρω Κισσών. Εξωλοθρεύθησαν εν Αενδώρ, εγενήθησαν ωσεί κόπρος τη γη. Θού τους άρχοντας αυτών ως τον Ωρήβ και Ζήβ και Ζεβεέ και Σαλμανάν· πάντας τους άρχοντας αυτών, οίτινες είπον· Κληρονομήσωμεν εαυτοίς το αγιαστήριον του Θεού. Ο Θεός μου, θού αυτούς ως τροχόν, ως καλάμην κατά πρόσωπον ανέμου. Ωσεί πυρ, ό διαφλέξει δρυμόν, ωσεί φλόξ, ή κατακαύσει όρη. Ούτω καταδιώξεις αυτούς εν τη καταιγίδι σου, και εν τη οργή σου συνταράξεις αυτούς. Πλήρωσον τα πρόσωπα αυτών ατιμίας, και ζητήσουσι το όνομα σου, Κύριε. Αισχυνθήτωσαν και ταραχθήτωσαν εις τον αιώνα του αιώνος και εντραπήτωσαν και απολέσθωσαν. Και γνώτωσαν, ότι όνομα σοι Κύριος, συ μόνος  Ύψιστος επί πάσαν την γήν.

 

«Τις ομοιωθήσετάι σοι»; Δεν είναι ερώτηση αλλά θαυμασμός. Μη μείνεις άπρακτος, μη σιωπήσεις.

«Οι εχθροί σου», οι εχθροί των Ιουδαίων είναι εχθροί του Θεού.

«Ήραν κεφαλήν», σήκωσαν κεφάλι απειλητικό εναντίον μας, έστησαν πανούργο συνέδριο, «ου μη μνησθή», να εξαφανιστούν από την γη.

Ποιοι είναι εχθροί του Ισραήλ; Οι Ιδουμαίοι, οι Ισμαηλίτες, οι Μωαβίτες, οι Αμωρίτες, οι Γεβαληνοί, οι Φιλιστάιοι κ.α

«Κληρονομήσωμεν εαυτοίς»: Ας ταπεινωθούν οι εχθροί του Ισραήλ, τα εδάφη τους ας περάσουν στα χέρια του Ισραήλ. Η ήττα τους αυτή θα πληρωθεί τελείως κατά την Μεσσιανική εποχή.

 

 

Ψαλμός ογδοηκοστός τρίτος (πγ΄)

    Ως αγαπητά τα σκηνώματα σου, Κύριε, των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου· η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα. Και γαρ στρουθίον εύρεν εαυτώ οικίαν και τρυγών νοσσιάν εαυτή, ού θήσει τα νοσσία εαυτής· τα θυσιαστήρια σου, Κύριε των δυνάμεων, ο Βασιλεύς μου και ο Θεός μου. Μακάριοι οι κατοικούντες εν τω οίκω σου, εις τους αιώνας των αιώνων αινέσουσι σε. Μακάριος ανήρ, ώ έστιν αντίληψις αυτώ παρά σου· αναβάσεις εν τη καρδία αυτού διέθετο, εις την κοιλάδα του κλαυθμώνος, εις τον τόπον, ον έθετο. Και γαρ ευλογίας δώσει ο νομοθετών· πορεύσονται εκ δυνάμεως εις δύναμιν, οφθήσεται ο Θεός των θεών εν Σιών. Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι ο Θεός Ιακώβ. Υπερασπιστά ημών ιδε, ο Θεός, και επίβλεψον εις το πρόσωπον του χριστού σου. Ότι κρείσσων ημέρα μία εν ταις αυλαίς σου υπέρ χιλιάδας· εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών. Ότι έλεος και αλήθειαν αγαπά Κύριος ο Θεός, χάριν και δόξαν δώσει· Κύριος ού στερήσει τα αγαθά τοις πορευομένοις εν ακακία. Κύριε, ο Θεός των δυνάμεων, μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επί σε.

 

«Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου»: Εκφράζει ο ποιητής μας την αφοσίωσή του στον Θεό.

«Επιποθεί και εκλείπει», ο ψαλμωδός εκφράζει την επιθυμία του να είναι εντός του ναού του Θεού «καρδία μου και σαρξ μου», εκεί να κατοικεί ψυχή τε και σώματι.

«Και γαρ στρουθίον» όχι μόνο οι άνθρωποι είναι ευτυχείς οι οποίοι εισέρχονται στον ναό «μακάριοι οι κατοικούντες» αλλά και τα πουλιά που χτίζουν εκεί τις φωλιές τους, ευτυχισμένοι οι ιερείς που διαρκώς κατοικούν εκεί.

«Μακάριος ανήρ ω εστίν αντίληψις»: Μακάριοι είναι και οι ιεραπόδημοι, δηλαδή οι επισκέπτες του ναού.

«Ευλογίας δώσει ο νομοθετών»: Ο Κύριος θα ευλογήσει τους προσκυνητές Του.

«Πορεύσονται εκ δυνάμεως»: Οι προσκυνητές, όχι μόνο δεν αποθαρρύνονται στο δύσκολο ταξίδι τους προς τα Ιεροσόλυμα, αλλά αυξάνει η δύναμή τους όσο πλησιάζουν.

«Κρείσσων ημέρα μία»: Αντί να ζήσω χιλιάδες μέρες μακριά από τον ναό, προτιμώ να μείνω στο κατώφλι του ναού, παρά στα παλάτια των αμαρτωλών.

«Έλεος και αλήθεια»: Προτιμώ να είμαι νεωκόρος στον ναό του Κυρίου διότι εδώ υπάρχει έλεος και αλήθεια.

 Ψαλμός ογδοηκοστός τέταρτος (πδ΄)

Ευδόκησας, Κύριε την γην σου, απέστρεψας την αιχμαλωσίαν Ιακώβ. Αφήκας τας ανομίας τω λαώ σου, εκάλυψας πάσας τας αμαρτίας αυτών. Κατέπαυσας πάσαν την οργήν σου, απέστρεψας απο οργής θυμού σου. Επίστρεψον ημάς, ο Θεός των σωτηρίων ημών, και απόστρεψον τον θυμόν σου αφ΄ημών. Μή εις τους αιώνας οργισθής ημίν; ή διατενείς την οργήν σου από γενεάς εις γενεάν; Ο Θεός, συ επιστρέψας ζωώσεις ημάς,  και ο λαός σου ευφρανθήσεται επί σοι. Δείξον ημίν, Κύριε, το έλεος σου και το σωτήριον σου δώης ημίν. Ακούσομαι τί λαλήσει εν εμοί Κύριος ο Θεός· ότι λαλήσει ειρήνην επί τον λαόν αυτού, και επί τους οσίους αυτού και επί τους επιστρέφοντας καρδίαν επ΄αυτόν. Πλην εγγύς των φοβουμένων αυτόν το σωτήριον αυτού, του κατασκηνώσαι δόξαν εν τη γη ημών. ΄Ελεος και αλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη και ειρήνη κατεφίλησαν. Αλήθεια εκ της γης ανέτειλε, και δικαιοσύνη εκ του ουρανού διέκυψε. Και γαρ ο Κύριος δώσει χρηστότητα, και η γη ημών δώσει τον καρπόν αυτής. Δικαιοσύνη ενώπιον αυτού προπορεύσεται και θήσει εις οδόν τα διαβήματα αυτού.

 

«Ευδόκησας Κύριε την γην σου», «απέστρεψας αιχμαλωσίαν»: Επέστρεψες Κύριε τους αιχμαλώτους απογόνους του Ιακώβ στην πατρίδα τους.

«Εκάλυψας πάσας τας αμαρτίας», «απόστρεψον τον θυμόν σου», διότι τα δεινά των Ιουδαίων δεν τέλειωσαν ακόμη. θα παρατείνεις την οργή σου »διατενείς την οργή σου».

«Ο λαός ευφρανθήσεται: Η χαρά του προέρχεται από σένα.

«Ακούσομαι τι λαλήσει»: Ο προφήτης έπαυσε την προσευχή του περιμένοντας ν’ ακούσει την απάντηση του Κυρίου.

Ο Κύριος απαντά: «εγγύς των φοβουμένων»: Ο Κύριος δίδει τις δωρεές Του στους πιστούς Του, στους φοβουμένους Του.

«Κατασκηνώσει δόξαν»: Η δόξα Του θα εγκατασταθεί στη γη. Αυτό βρίσκει τη ολοκλήρωσή του στην Μεσσιανική εποχή.

«Αλήθεια εκ γης ανέτειλε»: Η αλήθεια θα ανθίζει πλούσια στη γη μας όπως το χορτάρι. Αλήθεια είναι ο Μεσσίας.

«Δικαιοσύνη εκ του ουρανού διέκυψε»: Η δικαιοσύνη κύπτει εκ του ουρανού προς τη γη.

«Θήσει εις οδόν»: Τα βήματά Του θα γίνουν οδοί που θα βαδίσουν οι ακολουθούντες Αυτόν.

 

Ψαλμός ογδοηκοστός πέμπτος (πε΄)

                        Κλίνον, Κύριε, το ούς σου, και επάκουσον μου, ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ. Φύλαξον την ψυχήν μου, ο Θεός μου, τον ελπίζοντα επί σε. Ελέησον με, Κύριε, ότι προς σε κεκράξομαι όλην την ημέραν. Εύφρανον την ψυχήν του δούλου σου, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Ότι συ, Κύριε, χρηστός και επιεικής και πολυέλεος πάσι τοις επικαλουμένοις σε. Ενώτισαι, Κύριε, την προσευχήν μου και πρόσχες τη φωνή της δεήσεως μου. Εν ημέρα θλίψεως μου εκέκραξα προς σε, ότι επήκουσας μου. Ούκ έστιν όμοιος σοι εν θεοις, Κύριε, και ουκ έστι κατά τα έργα σου. Πάντα τα έθνη, όσα εποίησας, ήξουσι και προσκυνήσουσιν ενώπιον σου, Κύριε, και δοξάσουσι το όνομα σου. Ότι μέγας εί συ και ποιών θαυμάσια· συ εί Θεός μόνος. Οδήγησον με, Κύριε, εν τη οδώ σου, και πορεύσομαι εν τη αληθεία σου· ευφρανθήτω η καρδία μου του φοβείσθαι το όνομα σου. Εξομολογήσομαι σοι, Κύριε, ο Θεός μου, εν όλη καρδία μου και δοξάσω το όνομα σου εις τον αιώνα. Ότι το έλεος σου μέγα επ΄εμέ και ερρύσω την ψυχήν μου εξ άδου κατωτάτου. Ο Θεός, παράνομοι επανέστησαν επ΄εμέ και συναγωγή κραταιών εζήτησαν την ψυχήν μου, και ού προέθεντο σε ενώπιον αυτών. Και συ, Κύριε ο Θεός μου, οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός. Επίβλεψον επ΄εμέ και ελέησον με· δός το κράτος σου τω παιδί σου και σώσον τον υιόν της παιδίσκης σου. Ποίησον μετ΄εμού σημειον εις αγαθόν, και ιδέτωσαν οι μισούντες με και αισχυνθήτωσαν· ότι συ, Κύριε, εβοήθησάς μοι και παρεκάλεσας με.

 

                        «Κλίνον Κύριε» «ότι όσιος ειμί»: Είμαι άγιας διότι εσύ με αγίασες αφού εγώ αφιερώθηκα σε σένα.

            «Προς Σε κεκράξομαι όλην την ημέραν»:  Πρέπει να εισακουσθεί διότι όλη την ημέρα προσεύχεται.

            «Χρηστός και επιεικής»: Πρέπει να εισακουσθεί διότι ο Θεός του είναι πολυεύσπλαχνος.

            «Εκέκραξα»: Και άλλοτε με άκουσες, θα με ακούσεις και τώρα.

            «Ουκ έστιν όμοιός σοι»: Είναι ο μόνος πραγματικός Θεός.

            «Πάντα τα έθνη»: Τα έθνη θα τον αναγνωρίσουν και θα τον προσκυνήσουν.

            «Οδήγησόν με εν οδώ σου»: Τότε θα βαδίσω τον αληθή δρόμο, όταν εσύ θα με οδηγήσεις εκεί.

            «Δος το κράτος τω παιδί σου»: Ως “κράτος” εννοεί την δύναμη αντιστάσεως εναντίον των εχθρών του.

            «Σώσον τον υιόν της παιδίσκης σου»: “Παιδίσκη” του Θεού είναι η μητέρα του Δαυίδ και αυτός υιός της δούλης αυτής.

            «Ποίησον… σημείον»: Παρακαλεί να δει ένα θαύμα του Θεού προς ωφέλειά του «εις αγαθόν».

 

Ψαλμός ογδοηκοστός έκτος (πστ΄)

    Οι θεμέλιοι αυτού εν τοις όρεσι τοις αγίοις. Αγαπά Κύριος τας πύλας Σιών, υπέρ πάντα τα σκηνώματα Ιακώβ. Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου, η πόλις του Θεού. Μνησθήσομαι Ραάβ και Βαβυλώνος τοις γινώσκουσι με· και ιδού αλλόφυλοι, και Τύρος και λαός των Αιθιόπων, ούτοι εγενήθησαν εκεί. Μήτηρ Σιών ερεί άνθρωπος, και άνθρωπος εγενήθη εν αυτή, και αυτός εθεμελίωσεν αυτήν ο Ύψιστος. Κύριος διηγήσεται εν γραφή λαών και αρχόντων τούτων των γεγενημένων εν αυτή. Ως ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοι.

 

«Οι θεμέλιοι αυτού»: Ο ποιητής βρίσκεται βυθισμένος σε εκστατικό όραμα.

«Εν τοις όρεσιν τοις αγίοις»: Η Σιών.

«Σκηνώματα Ιακώβ»: Και τις άλλες πόλεις του Ισραήλ τις αγαπά ο ποιητής, όχι όμως τόσο, όσο τη Σιών.

«Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου»: Τι ελαλήθη; Ότι η Ιερουσαλήμ θα γίνει «πόλις Θεού»

«Αλλόφυλοι και Τύρος και λαός Αιθιόπων» Όλοι αυτοί θα γίνουν χριστιανοί.

«Μήτηρ Σιών ερεί άνθρωπος»: Η Σιών είναι πνευματική μητρόπολη όλων των ανθρώπων.

«Άνθρωπος εγεννήθη εν αυτή»: Όχι μόνο οι Ιουδαίοι, αλλά όλοι οι άνθρωποι αναγεννιούνται πνευματικά στην Ιερουσαλήμ.

  

Ψαλμός ογδοηκοστός έβδομος (πζ΄)

    Κύριε, ο Θεός της σωτηρίας μου, ημέρας εκέκραξα και εν νυκτί εναντίον σου. Εισελθέτω ενώπιον σου η προσευχή μου, κλίνον το ους σου εις την δέησιν μου. Ότι επλήσθη κακών η ψυχή μου, και η ζωή μου τω άδη ήγγισε. Προσελογίσθην μετά των καταβαινόντων εις λάκκον, εγενήθην ωσεί άνθρωπος αβοήθητος, εν νεκροίς ελεύθερος. Ωσεί τραυματίαι καθεύδοντες εν τάφω, ων ούκ εμνήσθης έτι, και αυτοί εκ της χειρός  σου απώσθησαν. ΄Εθεντο με εν λάκκω κατωτάτω, εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου. Επ΄εμέ επεστηρίχθη ο θυμός σου, και πάντας τους μετεωρισμούς σου επήγαγες επ΄εμέ. Εμάκρυνας τους γνωστούς μου απ΄εμού, έθεντο με βδέλυγμα εαυτοίς. Παρεδόθην, και ούκ εξεπορευόμην· οι οφθαλμοί μου ησθένησαν από πτωχείας. Εκέκραξα προς σε, Κύριε, όλην την ημέραν, διεπέτασα προς σε τας χείρας μου. Μή τοις νεκροίς ποιήσεις θαυμάσια; ή ιατροί αναστήσουσι, και εξομολογήσονται σοι; Μη διηγήσεται τις εν τω τάφω το έλεος σου και την αλήθειαν σου εν τη απωλεία; Μη γνωσθήσεται εν τω σκότει τα θαυμάσια σου και η δικαιοσύνη σου εν γη επιλελησμένη; Καγώ προς σε, Κύριε, εκέκραξα, και το πρωί η προσευχή μου προφθάσει με. Ινατί, Κύριε, απωθείς την ψυχήν μου, αποστρέφεις το πρόσωπον σου απ΄εμού; Πτωχός ειμί εγώ και εν κόποις εκ νεότητος μου·. υψωθείς δε εταπεινώθην και εξηπορήθην.  Επ΄εμέ διήλθον αι οργαί σου, οι φοβερισμοί σου εξετάραξαν με· εκύκλωσαν με ωσεί ύδωρ, όλην την ημέραν περιέσχον με άμα. Εμάκρυνας απ΄εμού φίλον και πλησίον και τους γνωστούς μου από ταλαιπωρίας.

 

Ο ψαλμός αυτός είναι ο θλιβερότερος όλων των ψαλμών. Ο ποιητής δε βρίσκει καμιά διέξοδο. Ομοιάζει με τους θρήνους του Ιώβ.

«Κύριε ο Θεός της σωτηρίας μου»: Αυτός είναι ο μοναδικός λόγος ελπίδας του ποιητή.

«Εισελθέτω ενώπιόν σου»: Ο ταπεινός ικέτης ζητά ακρόαση.

«Επλήσθη κακών», «η ζωή μου τω άδη ήγγισε»: Ο ικέτης είναι σαν νεκρός.

«Προσελογίσθην μετά των καταβαινόντων»: Δεν θεωρούμαι ζωντανός.

«Άνθρωπος αβοήθητος»

«Εκ της χειρός σου απώσθησον»: Χωρίστηκα από την αγαπητική χείρα του Κυρίου.

«Επ’ εμέ επεστηρίχθη ο θυμός σου»: Έγινα αντικείμενο θείας οργής.

«Πάντας τους μετεωρισμούς σου επήγαγες επ’ εμέ»: Τα κύματά σου επ’ εμέ διήλθαν.

«Εμάκρυνας τους γνωστούς μου»: Οι γνωστοί μου απομακρύνθηκαν από μένα, διότι με σιχάθηκαν.

«Έθεντό με βδέλυγμα εαυτοίς»

«Μη τοις νεκροίς  ποιήσεις θαυμάσια»; Τι περιμένεις Κύριε; Στους νεκρούς είναι ανώφελη η βοήθεια.

«Απωθή την ψυχή μου»: Ο ικέτης προσέρχεται λίαν πρωί στην προσευχή, εκθέτει την αξιοθρήνητη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει.

«Υψωθείς δε εταπεινώθην»: Υψώθηκε, όμως γρήγορα κατέπεσε.

«Επ’ εμέ αι οργαί σου»: Οι θυμοί του Κυρίου πέρασαν από πάνω μου ως ηφαίστειο.

«Οι φοβερισμοί σου»: Οι φοβερισμοί του Κυρίου υπήρξαν πολλοί.

«Περιέσχον με άμα»: Από στιγμή σε στιγμή θα τον παρασύρουν.

«Εμάκρυνας φίλον»: Κανείς δεν υπάρχει για να με βοηθήσεις στις τόσες θλίψεις μου.

 

Ψαλμός ογδοηκοστός όγδοος (πη΄)

    Τα ελέη σου, Κύριε, εις τον αιώνα άσομαι, εις γενεάν και γενεάν απαγγελώ την αλήθειαν σου εν τω στόματι μου. Ότι είπας· Εις τον αιώνα έλεος οικοδομηθήσεται, εν τοις ουρανοίς ετοιμασθήσεται η αλήθεια σου. Διεθέμην διαθήκην τοις εκλεκτοίς μου, ώμοσα Δαυίδ τω δούλω σου. Έως του αιώνος ετοιμάσω το σπέρμα σου και οικοδομήσω εις γενεάν και γενεάν τον θρόνον σου. Εξομολογήσονται οι ουρανοί τα θαυμάσια σου, Κύριε, και την αλήθειαν σου εν εκκλησία αγίων. Ότι τίς εν νεφέλαις ισωθήσεται τω Κυρίω; και τίς ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υοις Θεού; Ο Θεός, ο ενδοξαζόμενος εν βουλή αγίων, μέγας και φοβερός έστιν επί πάντας τους περικύκλω αυτού. Κύριε ο Θεός των δυνάμεων, τίς όμοιος σοι; δυνατός εί, Κύριε, και η αλήθεια σου κύκλω σου. Σύ δεσπόζεις του κράτους της θαλάσσης, τον δε σάλον των κυμάτων αυτής σύ καταπραύνεις. Συ εταπείνωσας ως τραυματίαν υπερήφανον, εν τω βραχίονι της δυνάμεως σου διεσκόρπισας τους εχθρούς σου. Σοί εισίν οι ουρανοί, και σή έστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής σύ εθεμελίωσας. Τον βορράν και την θάλασσαν σύ έκτισας·. Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματι σου αγαλλιάσονται. Σός ο βραχίων μετά δυναστείας· κραταιωθήτω η χείρ σου, υψωθήτω η δεξιά σου. Δικαιοσύνη και κρίμα ετοιμασία του θρόνου σου· έλεος και αλήθεια προπορεύσονται προ προσώπου σου· μακάριος ο λαός ο γινώσκων αλαλαγμόν. Κύριε, εν τω φωτί του προσώπου σου προπορεύσονται και εν τω ονόματι σου αγαλλιάσονται όλην την ημέραν και εν τη δικαιοσύνη σου υψωθήσονται. Ότι καύχημα της δυνάμεως αυτών συ εί, και εν τη ευδοκία σου υψωθήσεται το κέρας ημών. Ότι του Κυρίου η αντίληψις και του αγίου Ισραήλ βασιλέως ημών. Τότε ελάλησας εν οράσει τοις υιοίς σου και είπας· εθέμην βοήθειαν επί δυνατόν, ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου. Εύρον Δαυίδ τον δούλον μου, εν ελαίω αγίω μου έχρισα αυτόν. Η γαρ χείρ σου συναντιλήψεται αυτώ και ο βραχίων μου κατισχύσει αυτόν. Ούκ ωφελήσει εχθρός εν αυτώ, και υιός ανομίας ου προσθήσει του κακώσαι αυτόν. Και συγκόψω από προσώπου αυτού τους εχθρούς αυτού και τους μισούντας αυτόν τροπώσομαι. Και η αλήθεια μου και το έλεος μου μετ΄αυτού, και εν τω ονόματι μου υψωθήσεται το κέρας αυτού. Και θήσομαι εν θαλάσση χείρα αυτού και εν ποταμοίς δεξιάν αυτού. Αυτός επικαλέσεται με· Πατήρ μου ει σύ, Θεός μου, και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου. Καγώ πρωτότοκον θήσομαι αυτόν, υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης. Εις τον αιώνα φυλάξω αυτώ το έλεος μου, και η διαθήκη μου πιστή αυτώ. Και θήσομαι εις τον αιώνα του αιώνος το σπέρμα αυτού και τον θρόνον αυτού εις τας ημέρας του ουρανού. Εάν εγκαταλίπωσιν οι υιοί αυτού τον νόμον μου και τοις κρίμασι μου μη πορευθώσι, εάν τα δικαιώματα μου βεβηλώσωσι και τας εντολάς μου μή φυλάξωσι, επισκέψομαι εν ράβδω τας ανομίας αυτών και εν μάστιξι τας αδικίας αυτών. Το δε έλεος μου ου μη διασκεδάσω απ΄αυτών, ουδ΄ού μη αδικήσω εν τη αληθεία μου. Ουδ΄ού μη βεβηλώσω την διαθήκην μου και τα εκπορευόμενα δια των χειλέων μου ού μη αθετήσω. ΄Απαξ ώμοσα εν τω αγίω μου, εί τω Δαυίβ ψεύσομαι. Το σπέρμα αυτού εις τον αιώνα μενεί και ο θρόνος αυτού, ως ο ήλιος εναντίον μου και ως η σελήνη κατηρτισμένη εις τον αιώνα· και ο μάρτυς εν ουρανώ πιστός. Σύ δε απώσω και εξουδένωσας, ανεβάλου τον χριστόν σου. Κατέστρεψας την διαθήκην του δούλου σου, εβεβήλωσας εις την γην το αγίασμα αυτού. Καθείλες πάντας τους φραγμούς αυτού, έθου τα οχυρώματα αυτού δειλίαν. Διήρπαζον αυτόν πάντες οι διοδεύοντες οδόν, εγενήθη όνειδος τοις γείτοσιν αυτού. Ύψωσας την δεξιάν των θλιβόντων αυτόν, εύφρανας πάντας τους εχθρούς αυτού. Απέστρεψας την βοήθειαν της ρομφαίας αυτού και ούκ αντελάβου αυτού εν τω πολέμω. Κατέλυσας από καθαρισμού αυτού, τον θρόνον αυτού εις την γην κατέρραξας. Εσμίκρυνας τας ημέρας του χρόνου αυτού, κατέχεας αυτού αισχύνην. Έως πότε, Κύριε, αποστρέφη εις τέλος; εκκαυθήσεται ως πύρ η οργή σου; Μνήσθητι τίς μου η υπόστασις· μη γαρ ματαίως έκτισας πάντας τους υιούς των ανθρώπων; Τίς έστιν άνθρωπος, ος ζήσεται, και ούκ όψεται θάνατον; ρύσεται την ψυχήν αυτού εκ χειρός άδου; Πού είσι τα ελέη σου τα αρχαία, Κύριε, ά ώμοσας τω Δαυίδ εν τη αλήθεια σου; Μνήσθητι, Κύριε, του ονειδισμού των δούλων σου, ού υπέσχον εν τω κόλπω πολλών εθνών. Ου ωνείδισαν οι εχθροί σου, Κύριε, ού ωνείδισαν το αντάλλαγμα του χριστού σου. Ευλογητός Κύριος εις τον αιώνα. Γένοιτο. Γένοιτο.

 

«Ελέη σου… αλήθειά σου»: Ο Θεός είναι αλήθεια, είναι αξιόπιστος.

«Εν τω στόματί μου»: Αυτό δημόσια θα το διακηρήξω», «ότι είπας»: ότι υποσχέθηκες «ετοιμασθήσεται η αλήθειά σου»: Από τον ουρανό είναι αυτή η αλήθεια, είναι αδιάφθορη και γι’ αυτό αποτελεί «Διαθήκη».

«Ώμοσα τω Δαυίδ»: Είχε δώσει ο Θεός υπόσχεση στον Δαυίδ, ότι η βασιλεία Του θα είναι αιώνια.

«Ενδοξαζόμενος εν βουλή αγίων»: Οι ουράνιοι άγγελοι είναι η «βουλή των αγίων» οι οποίοι δοξάζουν αδιάλειπτα τον Θεό, αλλά επιγείως ο Θεός δοξάζεται από τους αγίους Του, τους φοβουμένους τον Θεό.

«Συ δεσπόζεις του κράτους», «το δε σάλον… συ καταπραύνεις»: Ο Κύριος είπε «πεφίμωσο» στα κύματα της θαλάσσης και εκείναν έπαυσαν.

Όλη η οικουμένη παραδέχεται τη «δικαιοσύνη και κρίμα»: Δικαιοσύνη είναι το σύνολο των αρχών του δικαίου και «κρίμα» η εφαρμογή αυτών.

«Κύριε… εν τω φωτί σου πορεύσομαι»: Ο λαός του Ισραήλ είναι μακάριος, διότι θα τύχει της ευλογίας του Κυρίου.

«Ελάλησας εν οράσει»: Μίλησες προφητικώς.

«Έλαβε Σαμουήλ το κέρας του ελαίου και έχρισεν αυτόν»: Η ανάδειξη του Δαυίδ σε βασιλιά.

«Αυτός επικαλέσεταί με»: Αμοιβαία συμφωνία Θεού-Δαυίδ «πατήρ μου ει συ», «θήσομαι αυτόν υψηλόν παρά τοις βασιλέυσι της γης»: Πότε όμως υπήρξε ο Δαυίδ βασιλέας άλλων λαών; Ο στίχος αυτός εφαρμόζεται στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.

«Εις τον αιώνα το έλεός μου: Ιδού η αιωνιότης του θρόνου του Δαυίδ.

«Η διαθήκη μου πιστή»: Η υπόσχεση αυτή του Κυρίου δεν πρόκειται να καταργηθεί.

«Εις τον αιώνα… το σπέρμα αυτού»: Ο θρόνος του Θεού θα διαιωνιστεί διά του Χριστού. Ως πότε; «Ως της ημέρας του ουρανού», όσο διαρκεί ο ουρανός!

«Εάν εγκαταλίπωσιν»: Τι θα γίνει όμως αν οι απόγονοι του Δαυίδ παραβούν τον νόμο; «Αδικήσω εν τη αληθεία»: Δεν θα προδόσω την αλήθεια, δεν θα αθετήσω την υπόσχεσή μου «αν μη βεβηλώσω», αν ακύρωνε τις υποσχέσεις Του ο Θεός αυτό θα ήταν βεβήλωση.

«Άπαξ ώμοσα»: Άπαξ και διαπαντός ορκίστηκε. Που; «Εν τω αγίω μου» στην αγιότητά Του.

«Συ δε»: Εν αντιθέσει όμως με τις υποσχέσεις Του «απώσω, εξουδένωσας, ανεβάλω», τρεις λέξεις που δηλώνουν την παρούσα κατάσταση. Οι γειτονικοί λαοί τώρα τους περιγελούν.

«Ύψωσον την δεξιάν»: Αντί να πολεμήσει ο Κύριος τους εχθρούς τους, τους ενίσχυσε. «Τον θρόνον αυτού»: Όχι μόνο το στέμμα Του κυλίστηκε στην γη, αλλά ο θρόνος Του διά τον οποίο τόσο είχε υποσχεθεί.

«Έως πότε Κύριε»: Τολμηρή στροφή προς τον Κύριο.

«Ματαίως»: Φευγαλέα είναι η ζωή μας, το ίδιο και οι υποσχέσεις Σου;

«Που εστί τα έλεη σου»: Αυτή η ερώτηση αποτελεί το ζητούμενο του ψαλμού. Λησμόνησες Κύριε τις υποσχέσεις Σου;

Ο ποιητής τα λέει όλα αυτά για να κινήσει το έλεος του Θεού.

 

Ψαλμός ογδοηκοστός ένατος (πθ΄)

    Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά. Προ του όρη γενηθήναι και πλασθήναι την γην και την οικουμένην, και από του αιώνος και έως του αιώνος συ ει. Μή αποστρέψης άνθρωπον εις ταπείνωσιν και είπας· Επιστρέψατε υιοί των ανθρώπων. Ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε, και φυλακή εν νυκτί.  Τα εξουδενώματα αυτών έτη έσονται, το πρωί ωσεί χλόη παρέλθοι. Το πρωί ανθήσαι και παρέλθοι, το εσπέρας αποπέσοι, σκληρυνθείη και ξηρανθείη. Ότι εξελίπομεν εν τη οργή σου και εν τω θυμώ σου εταράχθημεν. ΄Εθου τας ανομίας ημών εναντίον σου· ο αιών ημών εις φωτισμόν του προσώπου σου. Ότι πάσαι αι ημέραι ημών εξέλιπον, και εν τη οργή σου εξελίπομεν· τα έτη ημών ωσεί αράχνη εμελέτων. Αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη, εάν δε εν δυναστείαις, ογδοήκοντα έτη, και το πλείον αυτών κόπος και πόνος· ότι επήλθε πραότης εφ΄ ημάς και παιδευθησόμεθα. Τίς γινώσκει το κράτος της οργής σου; και από του φόβου σου τον θυμόν σου εξαριθμήσασθαι; Την δεξιάν σου ούτω γνώρισον μοι και τους πεπαιδευμένους τη καρδία εν σοφία. Επίστρεψον, Κύριε, έως πότε; και παρακλήθητι επί τοις δούλοις σου. Ενεπλήσθημεν το πρωί του ελέους σου, Κύριε, και ηγαλιασσάμεθα και ευφράνθημεν. Εν πάσαις ταις ημέραις ημών ευφρανθείημεν· ανθ΄ων ημερών εταπείνωσας ημάς, ετών, ών είδομεν κακά. Και ίδε επί τους δούλους σου και επί τα έργα σου και οδήγησον τους υιούς αυτών. Και έστω η λαμπρότης Κυρίου του Θεού ημών εφ΄ ημάς, και τα έργα των χειρών ημών κατεύθυνον εφ΄ ημάς και το έργο των χειρών ημών κατεύθυνον.

 

«Προσευχή του Μωυσή ανθρώπου του Θεού»: Είναι ο αρχαιότερος ψαλμός τον οποίο έγραψε ο Μωυσής.

«Κύριε καταφυγή»: Ο Κύριος είναι καταφυγή «εν γενεάν και γενεά»

«Προ του όρη γεννηθήναι… συ ει»: Άναρχος ο Θεός.

«Μη αποστρέψης άνθρωπον εις»: Ο ποιητής παρακαλεί τον θεό να μην επιτρέψει σε άνθρωπο να αμαρτήσει και έτσι να ταπεινωθεί περισσότερο ο ισραηλιτικός λαός.

«Ότι χίλια έτη»: Τα χρόνια σου Κύριε δεν θα λιγοστεύσουν αν μας δώσεις λίγα για να ζήσουμε.

«Ως η ημέρα η εχθές»: Η χθεσινή ημέρα πέρασε, όμως η μνήμη της υπάρχει.

«Φυλακή εν νυκτί»: Φυλακή νυκτός είναι η τετράωρη χρονική διάρκεια κατά την οποία αγρυπνούν οι νυχτοφύλακες. Επομένως τα χίλια έτη της ζωής μας είναι όχι μόνο σαν μια μέρα , αλλά σε τέσσερις ώρες νυχτερινές που αγρυπνούν οι νυχτοφύλακες.

Των ωρών αυτών ουδεμία ανάμνηση υπάρχει διότι οι άλλοι άνθρωποι κοιμούνται.

«Τα εξουδενώματα αυτών έτη έσονται»: Τα έτη της ζωής μας δεν είναι μόνο πρόσκαιρα, αλλά και εξουδενώματα.

Οι Εβραίοι θερίστηκαν διά του θανάτου. Γιατί; «Ότι εξελίπομεν εν τη οργή σου».

«Ο αιών ημών»: «Αιών είναι η ζωή μας, οι κακίες μας «εις φωτισμόν» «υπό το φως του προσώπου σου».

«Πάσαι αι ημέραι ημών εξέλιπον»

«Τα έτη ημών ωσεί αράχνη εμελέτων»: Τα σχέδιά μας για την σταθεροποίηση της ζωής μας  είναι εύθραυστη όπως ο ιστός της αράχνης.

«Εβδομήκοντα έτη»: Ο μέσος όρος ζωής εκείνη την εποχή ήταν 70 έτη. Οι δυνατές κράσεις επιζούσαν ως 80 έτη «και το πλείον αυτών κόπος και πόνος».

«Επήλθε πραότης»= κατάπτωση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων.

«Τις γινώσκει το κράτος της οργής σου»: Ολίγοι δυστυχώς μελετούν και γνωρίζουν το μέγα θυμό του Θεού.

«Την δεξιάν σου ούτω γνώρισόν μοι»: Ο ποιητής παρακαλεί τον Θεό να κάνει αισθητή σ’ αυτόν την τιμωρό δεξιά Του, ώστε να παραδειγματιστούν και να συνέλθουν και οι υπόλοιποι. Ο φόβος του Θεού είναι η βάση και η αρχή πάσης σοφίας.

«Επίστρεψον… έως πότε»;

«Ανθ’ ων ημερών»: Ο ποιητής ζητά από τον Θεό να έρθουν ημέρες χαράς για τους Ιουδαίους.

«Ίδε επί τους δούλους σου.. έργα σου»: Η αγάπη του Θεού ας είναι πάνω μας.

«Τα έργα των χειρών ημών κατεύθυνον»: Φέρε σε επιτυχία τα έργα των χειρών μας.

 

Ψαλμός ενενηκοστός (μ΄)

    Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου, εν σκέπη του Θεού του ουρανού αυλισθήσεται. Ερεί τω Κυρίω· Αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου, ο Θεός μου, και ελπιώ επ΄ αυτόν. Ότι αυτός ρύσεται σε εκ παγίδος θηρευτών και από λόγου ταραχώδους. Εν τοις μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι, και υπό τας πτέρυγας αυτού ελπιείς· όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού. Ού φοβηθήσει από φόβου νυκτερινού, από βέλους πετομένου ημέρας, από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού. Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς και μυριάς εκ δεξιών σου, προς σε δε ούκ εγγιεί. Πλήν τοις οφθαλμοίς σου κατανοήσεις και ανταπόδοσιν αμαρτωλών όψει. Ότι συ Κύριε η ελπίς μου· τον Ύψιστον έθου καταφυγήν σου. Ού προσελεύσεται προς σε κακά, και μάστιξ ούκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου. Ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου, του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου. Επί χειρών αρούσι σε, μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου. Επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα. Ότι επ΄ εμέ ήλπισε και ρύσομαι αυτόν, σκεπάσω αυτόν, ότι έγνω το όνομα μου. Κεκράξεται προς με, και επακούσομαι αυτού· μετ΄ αυτού είμι εν θλίψει, εξελούμαι αυτόν, και δοξάσω αυτόν. Μακρότητα ημερών εμπλήσω αυτόν και δείξω αυτώ το σωτήριόν μου.

 

«Ο κατοικών εν βοηθεία»- «αυλισθήσεται»

«Ερεί τω Κυρίω»: Θα πω στον Κύριο.

«Εν τοις μεταφρένοις» “Μετάφρενον” είναι το πάνω μέρος της ράχης. Στη ράχη του Θεού θα «ταξιδέψουμε» το ταξίδι της ζωής.

            «Η αλήθεια αυτού»: Είναι η καλύτερη ασφάλεια του πιστού.

            «Από βέλους πετομένου», «από φόβο νυχτερινού»: Οι κίνδυνοι της νύχτας γενικώς είναι τρομερότεροι από της ημέρας.

            «Από πράγματος εν σκότι»: Αυτό μπορεί να είναι ένα πρόσωπο ή κάτι το υπερφυσικό.

            «Συμπτώματος δαιμονίου μεσημβρινού»: Τα ορμητικότερα πονηρά πνεύματα τολμούν και επιτίθενται όχι κρυφίως, αλλά φανερά μέρα μεσημέρι. Ο Θεός μας απαλλάσσει από συμτώματα ακηδίας δηλαδή δαιμόνια μεσημβρινά.

            «Πεσείται εκ του κλίτους σου χιλιάς»: Δηλαδή προς τα αριστερά. Τι θα πέσει; Χίλιες προσβολές «προς σε δε ουκ εγγιεί»: Δε θα φτάσει όμως το κακό «μυριάς εκ δεξιών».

            «Τοις αγγέλοις αυτού»: Ο Θεός θα στείλει φύλακες άγγελους στους ανθρώπους.

            «Επί χειρών αρούσι σε»: Μεγάλη η προσοχή των αγγέλων όταν φυλάσσουν ανθρώπους.

            «Προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου»: Το αποτέλεσμα της προστασίας των αγγέλων είναι ότι ο άνθρωπος δεν θα πάθει ούτε τον πραγματικό τραυματισμό.

            «Επί ασπίδα και βασιλίσκον»: Πρόκειται για δύο δηλητηριώδη φίδια.

            «Επιβήση»: Θα τα πατήσεις χωρίς να πάθεις τίποτα. Το ίδιο είπε και ο Κύριος: «Ιδού δέδωκα υμίν εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων».

            Συμπέρασμα: Ο Θεός είναι η προστασία, το στήριγμα, αρκεί ο άνθρωπος να του δείξει εμπιστοσύνη.

 

Ψαλμός ενενηκοστός πρώτος (μα΄)

    Αγαθόν το εξομολογείσθαι τω Κυρίω και ψάλλειν τω ονόματι σου, Ύψιστε. Του αναγγέλλειν το πρωί το έλεος σου και την αλήθειαν σου κατά νύκτα, εν δεκαχόρδω ψαλτηρίω μετ΄ ωδής εν κιθάρα. Ότι εύφρανας με, Κύριε, εν τοις ποιήμασι σου και εν τοις έργοις των χειρών σου αγαλλιάσομαι. Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε· σφόδρα εβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου. Ανήρ άφρων ου γνώσεται και ασύνετος ού συνήσει ταύτα. Εν τω ανατείλαι αμαρτωλούς ωσεί χόρτον και διέκυψαν πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. ΄Οπως αν εξολοθρευθώσιν εις τον αιώνα του αιώνος. Συ δε Ύψιστος εις τον αιώνα, Κύριε. Ότι ιδού οι εχθροί σου, Κύριε, ότι ιδού οι εχθροί σου απολούνται και διασκορπισθήσονται πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν. Και υψωθήσεται ως μονοκέρωτος το κέρας μου και το γήρας μου εν ελαίω πίονι. Και επείδεν ο οφθαλμός μου εν τοις εχθροίς μου και εν τοις επανισταμένοις επ΄ εμέ πονηρευομένοις ακούσεται το ούς μου. Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται. Πεφυτευμένοι εν τω οίκω Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσουσιν. Ότι πληθυνθήσονται εν γήρει πίονι και ευπαθούντες έσονται, του αναγγείλαι ότι ευθύς Κύριος ο Θεός ημών και ούκ έστιν αδικία εν αυτώ.

 

Λειτουργικός ψαλμός:

«Αγαθόν το εξομολογείσθαι»: Ευχάριστο και ωφέλιμο είναι κανείς να υμνολογεί τον Θεό.

«Το πρωί το έλεός σου και την αλήθειά σου»: Το έλεος του Κυρίου είναι η καλοσύνη Του και η αλήθεια.

«Εύφρανάς με… εν τοις ποιήμασί Σου»: Τα δημιουργήματα του Θεού ευφραίνουν την ψυχή του ανθρώπου.

«Εβαθύνθησαν οι διαλογισμοί σου»: Η σοφία Σου έχει ανεξερεύνητο βάθος.

«Ανήρ άφρων»: Ο αρνούμενος την Θεία Πρόνοια.

«Ον γνώσεται»: Ο ασεβής αδιαφορεί για την φύση και τα όμορφα θεάματα που προσφέρει.

«Εν τω ανατείλε αμαρτωλούς ωσεί χόρτον»: Οι αμαρτωλοί έχουν εφήμερη ευτυχία.

«Συ δε Ύψιστος»: Ακόμη και όταν οι αμαρτωλοί βρίσκονται στον ύψιστο βαθμό της δύναμής τους, ο Κύριος είναι ο κυρίαρχός τους.

«Διασκορπησθήσονται»: Οι εχθροί του Θεού θα διαλυθούν.

«Υψωθήσεται ως μονόκερος»: Το κέρας είναι η δύναμις

«Εν ελαίω πίονι»: Το πιο παχύ λάδι. Χάρη λοιπόν στον Θεό τα γηρατειά θα ανακαινισθούν: «Ως αετού η νεότης σου».

«Ως φοίνιξ ανθήσει»: Ο φοίνικας είναι ψηλό φυτό, πάντοτε πράσινο με άφθονους καρπούς. Έτσι και ο δίκαιος θα είναι αειθαλής, ψηλός, καρποφόρος.

«Ωσεί η κέδρος»: Ο ακατάβλητος όγκος και η ζωτικότητα του δικαίου.

«Πεφυτευμένος εν οίκω»: Όλοι οι ισραηλίτες είναι φυτεμένοι επί ιερού εδάφους.

«Εν γήρει πίονι»: Δηλώνεται η γονιμότητα της γεροντικής ηλικίας των δικαίων.

«Ευπαθούντες έσονται»: Τα γηρατειά αντί να τους μαράνουν, θα τους ενισχύσουν.

 

Ψαλμός ενενηκοστός δεύτερος (μβ΄)

         Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο· ενεδύσατο Κύριος δύναμιν και περιεζώσατο· και γαρ εστερέωσε την οικουμένην, ήτις ού σαλευθήσεται. ΄Ετοιμος ο θρόνος σου από τότε, από του αιώνος συ εί. Επήραν οι ποταμοί, Κύριε, επήραν οι ποταμοί φωνάς αυτών· αρούσιν οι ποταμοί επιτρίψεις αυτών, από φωνών υδάτων πολλών. Θαυμαστοί οι μετεωρισμοί της θαλάσσης, θαυμαστός εν υψηλοίς ο Κύριος. Τα μαρτύρια σου επιστώθησαν σφόδρα· τω οίκω σου πρέπει αγίασμα Κύριε, εις μακρότητα ημερών.

 

                        Ο ψαλμός αυτός είναι αφιερωμένος στην ημέρα του προσαββάτου, δηλαδή την ημέρα κατά την οποία ολοκληρώθηκε η δημιουργία του κόσμου.

            «Ο Κύριος εβασίλευσε»: Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του ψαλμού. Η βασιλεία του Θεού έχει εγκατασταθεί οριστικά στη γη.

            «Ευπρέπεια ενεδύσατο»: Την μεγαλόπρειά Του την έχει ως ένδυμά Του.

            «Ενεδύσατο Κύριος δύναμιν και περιεζώσατο»: Πρέπει όμως ένας Βασιλεύς να επιβάλλει σεβασμό εντός και εκτός του κράτους του.

            «Εστερέωσε την οικουμένη»: Ομιλεί περί του πνευματικού κόσμου κατά την εποχή του Μεσσία. Τότε οι ηθικοί νόμοι θα είναι ακατάλυτοι.

            «Έτοιμος ο θρόνος σου»: Ο θρόνος του θεοκρατικού βασιλείου δεν θα ανατραπεί, διότι θα είναι αιώνιος.

            «Επήραν οι ποταμοί»: Ποταμοί είναι οι εχθροί του Θεού.

            «Μετεωρισμοί της θαλάσσης»: Τα τεράστια κύματα είναι μικρά, «εν υψηλοίς» μπροστά στο ύψος του Θεού.

            «Τα μαρτύριά σου επιστώθησαν»: Οι προφητείες Σου αποδείχθηκαν αληθινές.

            «Το οίκω σου πρέπει αγίασμα»: Αφού ο Κύριος είναι άγιος, οι ισραηλίτες που πλησιάζουν το Θείο ανάκτορο πρέπει να είναι άγιοι.

            «Εις μακρότητα ημερών»: Πάντοτε να είναι άγιοι.

 

Ψαλμός ενενηκοστός τρίτος (μγ΄)

    Θεός εκδικήσεων Κύριος· Θεός εκδικήσεων επαρρησιάσατο. Υψώθητι ο κρίνων την γην, απόδος ανταπόδοσιν τοις υπερηφάνοις. ΄Εως πότε αμαρτωλοί, Κύριε, έως πότε αμαρτωλοί καυχήσονται; Φθέγξονται και λαλήσουσιν αδικίαν, λαλήσουσι πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν; Τον λαόν σου, Κύριε, εταπείνωσαν και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν. Χήραν και ορφανόν απέκτειναν και προσήλυτον εφόνευσαν. Και είπον· Ούκ όψεται Κύριος, ουδέ συνήσει ο Θεός· του Ιακώβ. Σύνετε δη άφρονες εν τω λαώ· και μωροί ποτέ φρονήσατε. Ο φυτεύσας το ούς ουχί ακούει; ή ο πλάσας τον οφθαλμόν ουχί κατανοεί; Ο παιδεύων έθνη ούχί ελέγξει; ο διδάσκων άνθρωπον γνώσιν; Κύριος γινώσκει τους διαλογισμούς των ανθρώπων ότι εισί μάταιοι. Μακάριος άνθρωπος, όν άν παιδεύσης, Κύριε και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν. Του πραϋναι αυτόν αφ΄ ημερών πονηρών, έως ου ορυγή τω αμαρτωλώ βόθρος. Ότι ούκ απώσεται Κύριος τον λαόν αυτού και την κληρονομίαν αυτού ούκ εγκαταλείψει. ΄Εως ου δικαιοσύνη επιστρέψη εις κρίσιν και εχόμενοι αυτής πάντες οι ευθεις τη καρδία. Τίς αναστήσεται μοι επί πονηρευομένοις; ή τις συμπαραστήσεται μοι επί τοις εργαζομένοις την ανομίαν; Ει μή ότι Κύριος εβοήθησε μοι, παρά βραχύ παρώκησε τω άδη η ψυχή μου. Εί έλεγον· Σεσάλευται ο πούς μου, το έλεος σου, Κύριε, εβοήθει μοι. Κύριε, κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχήν μου. Μή συμπροσέστω σοι θρόνος ανομίας, ο πλάσσων κόπον επί πρόσταγμα. Θηρεύσουσιν επί ψυχήν δικαίου και αίμα αθώον καταδικάσονται.  Και εγένετο μοι Κύριος εις καταφυγήν και ο Θεός μου εις βοηθόν ελπίδος μου. Και αποδώσει αυτοίς Κύριος την ανομίαν αυτών και κατά την πονηρίαν αυτών αφανιεί αυτούς Κύριος ο Θεός.

 

«Θεός εκδικήσεων»: Είναι εκδικητής διότι έχει το δικαίωμα του δικάζειν ορθώς και μισείν δικαίως.

«Επαρρησιάσατο»: Έχει παρρησία διότι είναι δίκαιος και Παντοδύναμος.

«Εως πότε αμαρτωλοί»: Αγία οικειότητα του ποιητού με τον Θεό. Έως πότε οι αμαρτωλοί θα καυχώνται χωρίς να έχουν συνέπειες;

«Ουκ όψεται Κύριος»: Δεν πιστεύουν στην Θεία Πρόνοια, είναι αθεόφοβοι , πρέπει να τιμωρήθούν.

«»Ο φυτεύσας το ους»: Αφού ο άνθρωπος ακούει, πόσο μάλλον ο Θεός.

«Έως ου οργή»: Μέχρις ότου έλθει η ώρα του αμαρτωλού και ανοιχτεί ο τάφος του.

«Ουκ απώσεται Κύριος»: Ο Θεός τελικά δεν θα εγκαταλείψει τον λαό Του, θα τον ευλογήσει.

«Τις αναστήσεταί μοι»: Ποιος θα εγερθεί για την υπόθεσή μου; «Τις συμπαραστήσεταί μοι»;

«Ει μη ότι Κύριος»: Εάν δεν με βοηθούσε ο Κύριος στο παρελθόν τώρα θα ήμουν στον άδη.

«Κατά το πλήθος των οδυνών μου»: Ανάλογα  προς τις οδύνες μου, μου έστειλε και βοήθεια.

Συμπέρασμα: «Μη συμπροσέστω σοι θρόνος»: Μεταξύ του θρόνου του Θεού δεν υπάρχει ουδεμία σχέση.

«Αποδώσει Κύριος»: Θα επιφέρει τιμωρία στους ασεβείς.

 

Ψαλμός ενενηκοστός τέταρτος (μδ΄)

                Δεύτε ἀγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, ἀλαλάξωμεν τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν· 2 προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καὶ ἐν ψαλμοῖς ἀλαλάξωμεν αὐτῷ. 3 ὅτι Θεὸς μέγας Κύριος καὶ Βασιλεὺς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν· 4 ὅτι ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς, καὶ τὰ ὕψη τῶν ὀρέων αὐτοῦ εἰσιν· 5 ὅτι αὐτοῦ ἐστιν ἡ θάλασσα, καὶ αὐτὸς ἐποίησεν αὐτήν, καὶ τὴν ξηρὰν αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἔπλασαν. 6 δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου, τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς· 7 ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς λαὸς νομῆς αὐτοῦ καὶ πρόβατα χειρὸς αὐτοῦ. 8 σήμερον, ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὡς ἐν τῷ παραπικρασμῷ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ πειρασμοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ, 9 οὗ ἐπείρασάν με οἱ πατέρες ὑμῶν, ἐδοκίμασάν με καὶ εἶδον τὰ ἔργα μου. 10 τεσσαράκοντα ἔτη προσώχθισα τῇ γενεᾷ ἐκείνῃ καὶ εἶπα· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ, αὐτοὶ δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ὁδούς μου, 11 ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ὀργῇ μου· εἰ εἰσελεύσονται εἰς τὴν κατάπαυσίν μου. 

 

                        «Δεύτε αγαλλιασώμεθα»: Εμπρός λοιπόν ας εκβάλλουμε κραυγές χαράς «τω Θεώ τω σωτήρι».

            «Προφθάσωμεν το πρόσωπο»: Ας σπεύσουμε να Τον δοξολογήσουμε.

            «Θεός μέγας… βασιλεύς μέγας», «πάσαν την γην»: παντού και πάντα δεσπόζει ο Κύριος.

            «Προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν»: Πλήρης προσκύνηση κατά γης.

            «Εάν της φωνής αυτού ακούσητε»: Εδώ λαμβάνει τον λόγο ο Θεός. «Μη σκληρύνετε τις καρδιές σας μην είστε απαθείς στις προσταγές Μου.

            «Παραπικρασμώ… πειρασμώ»: Οι Εβραίοι έθεσαν υπό δοκιμασία την δύναμη και καλωσύνη του Κυρίου.

            «Είδον τα έργα μου»: Τονίζει την αχαριστία των Εβραίων.

            «Προσώχθησα»: Αισθάνθηκα αηδία.

            «Ως ώμοσα»: Διά τούτο ορκίστηκα οργισθείς κατ’ αυτών «ει εισελεύσονται» δεν θα εισέλθω «εις την κατάπαυσίν μου» στη γη της επαγγελίας.

            Τέλος απότομο για να εμπνεύσει σοβαρές σκέψεις.

 

Ψαλμός ενενηκοστός πέμπτος (με΄)

         Άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν, άσατε τω Κυρίω πάσα η γη. Άσατε τω Κυρίω· ευλογήσατε το όνομα αυτού, ευαγγελίζεσθε ημέραν εξ ημέρας το σωτήριον αυτού· αναγγείλατε εν τοις ένθεσι την δόξαν αυτού, εν πάσι τοις λαοίς τα θαυμάσια αυτού. Ότι μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα, φοβερός εστιν υπέρ πάντας τους θεούς· ότι πάντες οι θεοί των εθνών δαιμόνια, ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησεν. εξομολόγησις και ωραιότης ενώπιον αυτού, αγιωσύνη και μεγαλοπρέπεια εν τω αγιάσματι αυτού.Ενέγκατε τω Κυρίω, αι πατριαί των εθνών, ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν και τιμήν· ενέγκατε τω Κυρίω δόξαν ονόματι αυτού, άρατε θυσίας και εισπορεύσεσθε εις τας αυλάς αυτού· προσκυνήσατε τω Κυρίω εν αυλή αγία αυτού, σαλευθήτω από προσώπου αυτού πάσα η γη. Είπατε εν τοις έθνεσιν· ο Κύριος εβασίλευσε και γαρ κατώρθωσε την οικουμένην, ήτις ου σαλευθήσεται, κρινεί λαούς εν ευθύτητι. Ευφραινέσθωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη, σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής· χαρήσεται τα παιδία και πάντα τα εν αυτοίς·τότε αγαλλιάσονται πάντα τα ξύλα του δρυμού προ προσώπου του Κυρίου, ότι έρχεται, ότι έρχεται κρίναι την γην. Κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν τη αληθεία αυτού.

 

                        Ο ψαλμός αυτός ψάλθηκε πρώτος μετά τη δεύτερη οικοδόμηση του ναού της Ιερουσαλήμ.

            «Άσμα καινόν»: Νέο άσμα για μια νέα πραγματική κατάσταση.

            «Πάσα η γη»: Όλη η γη άνευ διακρίσεως φυλών και χωρών.

            «Άσατε τω Κυρίω»: Δοξάστε τον Κύριο «ευαγγελίζεσθε» ημέραν εξ ημέρας», άνευ διακοπής μέχρι πέρατος του χρόνου.

            «Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι»: Αυτή είναι η ψυχή του κοινού άσματος, ο διεθνής χαρακτήρας του.

            «Ότι μέγας Κύριος»: Ότι το άπειρο μεγαλείο του Θεού δεν έχει υμνηθεί όσο θα έπρεπε.

            «Οι θεοί… δαιμόνια»: Δαίμονες ονομάζουν οι έλληνες τους θεούς τους “ημείς δε προσαγορεύομεν αυτούς δαίμονας ως επιστήμονας του κακού” (Ζυγαβινός).

            «Ο δε Κύριος τους ουρανούς»: Εν αντιθέσει με τους ανύπαρκτους θεούς των ειδωλολατρών, ο Κύριος όχι μόνο υπάρχει, αλλά δημιούργησε εκ του μηδενός τους ουρανούς…

            «Λάβετε δώρα και ενέγκατε κατά πρόσωπον αυτού»: Δεν πρέπει δηλαδή να προσέλθουν τα έθνη με άδεια χέρια.

            «Σαλευθήτω από προσώπου αυτού»: Σάλευσις είναι ο ιερός φόβος, τον οποίο όλοι πρέπει να έχουν.

            «Ο Κύριος εβασίλευσεν» πως εβασίλευσε; «εβασίλευσε εν ξύλω» διά της σταυρικής Του θυσίας λέει ο Αυγουστίνος και ο Τερτυλλιανός.

            «Κρινεί λαούς εν ευθύτητι», «χαρήσεται τα πεδία», θα είναι τόση η χαρά των ανθρώπων ώστε δι’ αυτούς όλα θα γελούν.

            «Έρχεται, έρχεται κρίναι την γην»: Ο πτωχός εθνικός κόσμος στενάζει από αδικίες, όταν όμως έλθει ο Κύριος θα χαρούν.

  

Ψαλμός ενενηκοστός έκτος (μστ΄)

    Ο Κύριος εβασίλευσεν, αγαλλιάσθω η γη·. ευφρανθήτωσαν νήσοι πολλαί. Νέφη και γνόφος κύκλω αυτούR δικαιοσύνη και κρίμα κατόρθωσις του θρόνου αυτού. Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και φλογιεί κύκλω τους εχθρούς αυτού. 'Εφαναν αι αστραπαί αυτού τη οικουμένη· είδε και εσαλεύθη η γη. Τα όρη ωσεί κηρός ετάκησαν από προσώπου Κυρίου, από προσώπου Κυρίου πάσης της γης. Ανήγγειλαν οι ουρανοί την δικαιοσύνην αυτού και είδοσαν πάντες οι λαοί την δόξαν αυτού. Αισχυνθήτωσαν πάντες οι προσκυνούντες τοις γλυπτοίς, οι εγκαυχώμενοι εν τοις ειδώλοις αυτώνR προσκυνήσατε αυτώ πάντες οι άγγελοι αυτού. 'Ηκουσε και ευφράνθη η Σιών και ηγαλλιάσαντο οι θυγατέρες της Ιουδαίας ένεκεν των κριμάτων σου, Κύριε. Ότι σύ Κύριος ύψιστος επί πάσαν την γην, σφόδρα υπερυψώθης υπέρ πάντας τους θεούς. Οι αγαπώντες τον Κύριον μισείτε πονηρά· φυλάσσει Κύριος τας ψυχάς των οσίων αυτού, εκ χειρός αμαρτωλού ρύσεται αυτούς. Φως ανέτειλε τω δικαίω και τοις ευθέσι τη καρδία ευφροσύνη. Ευφράνθητε δίκαιοι εν τω Κυρίω και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού.

 

Ο Κύριος εβασίλευσε»: όμοιο με τους ψαλμ. 92 και 95.

            «Αγαλλιάσθω η γη»: Διότι όλοι θα έχουν έναν βασιλέα.

«Νεφέλη και γνόφος κύκλω»: Περιγραφή θεοφανείας.

«Πυρ εναντίον αυτού»: Πυρ εννοεί την τιμωρητική δύναμη του Θεού εναντίον των εχθρών.

«Έφαναν αι αστραπαί»: Ούτως έσται η παρουσία του Υιού του ανθρώπου. (Ματθ. 24,27)

«Εσαλεύθη η γη», «τα όρη ωσεί κηρός», «από προσώπου Κυρίου».

«Ανήγγειλαν οι ουρανοί»: Οι ουράνιες δυνάμεις κηρύττουν την δικαιοσύνη του Θεού.

«Είδοσαν πάντες οι λαοί»: Αυτό εφαρμόζεται στον Μεσσία.

«Αισχυνθήτωσαν πάντες»: Η αισχύνη αυτή θα προέλθει εκ της καταρεύσεως των μάταιων ειδώλων.

«Οι αγαπώντες τον Κύριον μισείτε»: Τι εννοεί; «Φως ανέτειλε τω δικαίω»: Ο νόμος του Θεού δεν είναι μίσον μόνον κατά της αμαρτίας, αλλά και φως στους δικαίους.

 

 Ψαλμός ενενηκοστός έβδομος (μζ΄)

    'Ασατε τω Κυρίω άσμα καινόν, ότι θαυμαστά εποίησεν ο Κύριος· έσωσεν αυτόν η δεξιά αυτού και ο βραχίων ο άγιος αυτού. Εγνώρισε Κύριος το σωτήριον αυτού, εναντίον των εθνών απεκάλυψε την δικαιοσύνην αυτού. Εμνήσθη του ελέους αυτού τω Ιακώβ και της αληθείας αυτού τω οίκω Ισραήλ· είδοσαν πάντα τα πέρατα της γης το σωτήριον του Θεού ημών. Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη· άσατε και αγαλλιάσθε και ψάλατε. Ψάλατε τω Κυρίω εν κιθάρα, εν κιθάρα και φωνή ψαλμού, εν σάλπιγξιν ελαταίς και φωνή σάλπιγγος κερατίνης, αλαλάξατε ενώπιον του Βασιλέως Κυρίου· σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή. Ποταμοί κροτήσουσι χειρί επί το αυτό· τα όρη αγαλλιάσονται από προσώπου Κυρίου· ότι έρχεται ότι ήκει κρίναι την γην. Κρινεί την οικουμένην εν δικαιοσύνη και λαούς εν ευθύτητι.

 

«Άσατε… άσμα καινόν» όμοιο ξεκίνημα με τον ψαλμό 95.

«Εγνώρισε Κύριος το σωτήριον αυτού»: Η σωτηρία του λαού εμπεριέχεται στην δικαιοσύνη του Κυρίου.

«Εμνήσθη ελέους»: Εδώ παρουσιάζεται ο Θεός να λησμονεί και κατόπιν να ενθυμείται.

«Είδοσαν πάντα τα πέρατα»: Εις τον Μεσσία.

«Αλαλάξατε.. άσατε… αγαλλιάσθε… ψάλατε»: Χαρούμενες κραυγές.

«Σαλευθήτω η θάλασσα»: Και η άψυχως φύση θα υμνήσει τον Κύριο.

«Τα όρη αγαλλιάσονται», «ότι ήκει»: Ο ποιητής βλέπει τον Λυτρωτή να έρχεται «κρίναι την γην», να αποκαταστήσει την υφήλιο στον ευθύ δρόμο «εν δικαιοσύνη», όλοι οι άλλοι δικαστές της γης ήταν άδικοι. Ο Κύριος είναι δίκαιος.

 

 Ψαλμός  ενενηκοστός όγδοος (μη΄)

    Ο Κύριος εβασίλευσεν, οργιζέσθωσαν λαοι· ο καθήμενος επί των Χερουβείμ, σαλευθήτω η γη. Κύριος εν Σιών μέγας και υψηλός έστιν επί πάντας τους λαούς. Εξομολογησάσθωσαν τω ονόματι σου τω μεγάλω, ότι φοβερόν και άγιον έστιR και τιμή βασιλέως κρίσιν αγαπά. Σύ ητοίμασας ευθύτητας· κρίσιν και δικαιοσύνην εν Ιακώβ συ εποίησας. Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι άγιος έστι. Μωυσής και Ααρών εν τοις ιερεύσιν αυτού και Σαμουήλ εν τοις επικαλουμένοις το όνομα αυτού· επεκαλούντο τον Κύριον και αυτός εισήκουσεν αυτών. Εν στύλω νεφέλης ελάλει προς αυτούς· ότι εφύλασσον τα μαρτύρια αυτού και τα προστάγματα αυτού, ά έδωκεν αυτοίς. Κύριε ο Θεός ημών, σύ επήκουσας αυτών· ο Θεός, σύ ευϊλατος εγίνου αυτοίς και εκδικών επί πάντα τα επιτηδεύματα αυτών. Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε εις όρος άγιον αυτού, ότι άγιος Κύριος ο Θεός ημών.

 

«Ο Κύριος εβασίλευσεν… οργιζέσθωσαν λαοί»: Οι λαοί βλέπουν και φρίττουν, ας φρίττουν. Γιατί φρίττουν; «ο καθήμενος επί των Χερουβείμ»

«Σαλευθήτω η γη»: Ο Κύριος εγκατέστησε την αγία του έδρα στη Σιών.

«Κρίσιν αγαπά»: Δεν είναι αυθαίρετος όπως οι λαοί της γης.

«Συ ητοίμασας ευθύτητος»: Εσύ έθεσες τις βάσεις της δικαιοσύνης. «Κρίσιν και δικαιοσύνην εν Ιακώβ»: Πρώτοι οι ισραηλίτες γνώρισαν τον δίκαιο νόμο.

«Ότι άγιος εστί», «Μωυσής και Ααρών» «επεκαλούντο τον Κύριον» και ο Θεός τους άκουσε «εις όρος άγιον.. άγιος Κύριος»: Ο Κύριος είναι άγιος πάντοτε, όχι μόνο κατά την εκδήλωση της δύναμής του, αλλά και της καλοσύνης Του. Είναι αναμάρτητος.

 

  Ψαλμός  ενενηκοστός ένατος (μθ΄)

    Αλαλάξατε τω Θεώ πάσα η γη, δουλεύσατε τω Κυρίω εν ευφροσύνη· εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει. Γνώτε ότι Κύριος αυτός έστιν ο Θεός ημών, αυτός εποίησεν ημάς και ούχ ημείς· ημείς δε λαός αυτού και πρόβατα νομής αυτού. Εισέλθετε εις τας πύλας αυτού εν εξομολογήσει, εις τας αυλάς αυτού εν ύμνοις, εξομολογείσθε αυτώ· αινείτε το όνομα αυτού. Ότι χρηστός Κύριος· εις τον αιώνα το έλεος αυτού και έως γενεάς και γενεάς η αλήθεια αυτού.

 

«Αλλαλάξατε»: Πρόσκληση εις αίνο.

«Εδουλεύσατε τω Κυρίω εν ευφροσύνη»

«Γνώτε»: Αιτιολογία της χαράς. «Αυτός εστίν ο Θεός»

«Εισέλθετε εις τας πύλας»: Οι πύλες αυτές είναι του ισραηλιτικού ναού, αυτές τώρα είναι ανοιχτές σε όλους τους λαούς της γης. Ως εκ τούτου ο ψαλμός είναι Μεσσιανικός.

   

Ψαλμός εκατοστός (ρ΄)

    Έλεος και κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε. Ψαλώ και συνήσω εν οδώ αμώμω· πότε ήξεις προς με; διεπορευόμην εν ακακία καρδίας μου, εν μέσω του οίκου μου. Ού προετιθέμην προ οφθαλμών μου πράγμα παράνομον, ποιούντας παραβάσεις εμίσησα. Ούκ εκολλήθη μοι καρδία σκαμβή·. εκκλίνοντος απ΄ εμού του πονηρού, ούκ εγίνωσκον. Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον· υπερηφάνω οφθαλμώ και απλήστω καρδία τούτω ού συνήσθιον. Οι οφθαλμοί μου επί τους πιστούς της γης, του συγκαθήσθαι αυτούς μετ΄ εμού· πορευόμενος εν οδώ αμώμω, ούτος μοι ελειτούργει. Ου κατώκει εν μέσω της οικίας μου ποιών υπερηφανίαν· λαλών άδικα ου κατεύθυνεν ενώπιον των οφθαλμών μου. Εις τας πρωίας απέκτεινον πάντας τους αμαρτωλούς της γης, εξολοθρεύσαι εκ πόλεως Κυρίου πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν.

 

«Έλεος και κρίσιν άσομαί σοι»: Η καλοσύνη και η δικαιοσύνη του Θεού είναι το αιώνιο θέμα. Οι δύο αυτές αρετές αλληλοσυμπλήρωναν η μία την άλλη.

«Συνήσω εν οδώ αμώμω»: Θα δώσω την προσοχή μου στην οδό της τελειότητος.

«Πότε ήξεις προς με»; Ο Δαυίδ αποζητά την εσωτερική ένωσή του με τον Θεό.

«Διεπορευόμην»: Θα ζω «εν ακακία καρδίας μου», «εν μέσω του οίκου μου»: Ο Δαυίδ θέλει να ζει όχι μόνο εξωτερικά άμωμα, όχι μόνο δηλαδή  στην αγορά που όλοι τον βλέπουν, αλλά στον οίκο του, εκεί που κανείς δεν τον βλέπει.

«Ου προεθέμην προ οφθαλμών μου»: Διά της σκέψεως και φαντασίας μου δεν έφερα «πράγμα παράνομο», αμαρτωλές εικόνες.

«Εκκλίνοντος απ’ εμού του πονηρού»: Δεν συναναστρεφόμουν με αμαρτωλούς, όχι γιατί υπερτιμούσε τον εαυτό του, αλλά γιατί οι αμαρτωλοί δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί του, τον απέφευγαν.

«Τον καταλαλούντα λάθρα»: Τον συκοφάντη.

            «Οι οφθαλμοί επί τους πιστούς»: Ο Δαυίδ ζητά να έχει μαζί του πιστούς ανθρώπους.

            «Εις τα πρωίας απέκτεινον»: Κάθε πρωί κατεδίκαζε ο Δαυίδ όλους τους ενόχους. Μεγάλο ζήλο επεδείκνυε για την εκρίζωση του κακού.

            «Εκ πόλεως Κυρίου»: Ο λόγος του ζήλου του η Ιερουσαλήμ. Αυτή πρέπει να είναι καθαρή από αμαρτωλούς. 

 

 

 

 

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode