Πέμπτη 12/9 Β΄κορ. ζ, 1-10

1 Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
Η χαρά του Παύλου για τη μετάνοια της εκκλησίας
2 Χωρήσατε ἡμᾶς· οὐδένα ἠδικήσαμεν, οὐδένα ἐφθείραμεν, οὐδένα ἐπλεονεκτήσαμεν.  3 οὐ πρὸς κατάκρισιν λέγω· προείρηκα γὰρ ὅτι ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν ἐστε εἰς τὸ συναποθανεῖν καὶ συζῆν.  4 πολλή μοι παρρησία πρὸς ὑμᾶς, πολλή μοι καύχησις ὑπὲρ ὑμῶν· πεπλήρωμαι τῇ παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι τῇ χαρᾷ ἐπὶ πάσῃ τῇ θλίψει ἡμῶν.  5 Καὶ γὰρ ἐλθόντων ἡμῶν εἰς Μακεδονίαν οὐδεμίαν ἔσχηκεν ἄνεσιν ἡ σὰρξ ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ θλιβόμενοι· ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι.  6 ἀλλ᾿ ὁ παρακαλῶν τοὺς ταπεινοὺς παρεκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν τῇ παρουσίᾳ Τίτου·  7 οὐ μόνον δὲ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ παρακλήσει ᾗ παρεκλήθη ἐφ᾿ ὑμῖν, ἀναγγέλλων ἡμῖν τὴν ὑμῶν ἐπιπόθησιν, τὸν ὑμῶν ὀδυρμόν, τὸν ὑμῶν ζῆλον ὑπὲρ ἐμοῦ, ὥστε με μᾶλλον χαρῆναι,  8 ὅτι εἰ καὶ ἐλύπησα ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ, οὐ μεταμέλομαι, εἰ καὶ μετεμελόμην· βλέπω γὰρ ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη, εἰ καὶ πρὸς ὥραν, ἐλύπησεν ὑμᾶς.  9 νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾿ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γὰρ κατὰ Θεόν, ἵνα ἐν μηδενὶ ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν.  10 ἡ γὰρ κατὰ Θεὸν λύπη μετάνοιαν εἰς σωτηρίαν ἀμεταμέλητον κατεργάζεται· ἡ δὲ τοῦ κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται.

Μετάφραση:

  1 Αφού έχουμε, λοιπόν, αυτές τις επαγγελίες, αγαπητοί, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από κάθε μολυσμό σάρκας και πνεύματος, επιτελώντας αγιοσύνη με φόβο Θεού.
 
  2 Χωρέστε μας στην καρδιά σας. Κανέναν δεν αδικήσαμε, κανέναν δε φθείραμε, σε κανέναν δεν ήμασταν πλεονέκτες.  3 Για κατάκρισή σας δεν το λέω. γιατί σας έχω προείπει ότι είστε μέσα στις καρδιές μας, μαζί στο θάνατο και μαζί στη ζωή.  4 Έχω πολλή παρρησία προς εσάς, έχω πολλή καύχηση για σας. Έχω γεμίσει από την παρηγοριά, υπερπερισσεύω από τη χαρά πάνω σε όλη τη θλίψη μας.  5 Και πράγματι, όταν εμείς ήρθαμε στη Μακεδονία, καμιά άνεση δεν είχε η σάρκα μας, αλλά σε καθετί θλιβόμασταν. απέξω μάχες, από μέσα φόβοι.  6 Αλλά αυτός που παρηγορεί τους ταπεινούς, ο Θεός, μας παρηγόρησε με την παρουσία του Τίτου.  7 Και όχι μόνο με την παρουσία του, αλλά και με την παρηγοριά που παρηγορήθηκε από εσάς, αναγγέλλοντάς μας το μεγάλο πόθο σας, τον οδυρμό σας, το ζήλο σας για μένα, ώστε εγώ περισσότερο να χαρώ.  8 Γιατί αν και σας λύπησα με την επιστολή, δε μεταμελούμαι. αν και μεταμελόμουν – επειδή βλέπω ότι η επιστολή εκείνη, έστω και προσωρινά, σας λύπησε –  9 τώρα όμως χαίρω, όχι γιατί λυπηθήκατε, αλλά γιατί λυπηθήκατε προς μετάνοια. γιατί λυπηθήκατε κατά Θεό, ώστε σε τίποτα να μη ζημιωθείτε από εμάς.  10 Γιατί η κατά Θεό λύπη εργάζεται μετάνοια για σωτηρία αμεταμέλητη. η λύπη όμως του κόσμου κατεργάζεται θάνατο.

 

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode