ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ (Θ΄)

2019-02-20 21:42

 1. Και παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.

2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;

Εφόσον γεννήθηκε τυφλός είναι εσφαλμένη η ερώτηση για το αν αμάρτησε αυτός και γεννήθηκε τυφλός. Αλλά και τι; Για τις αμαρτίες των γονέων του γεννήθηκε τυφλός; Όχο γιατί δεν είναι δυνατόν να αμαρτάνει άλλος και να τιμωρείται άλλο. Διότι αν το παραδεχτούμε αυτό κατ’ ανάγκη θα πρέπει να παραδετούμε και το άλλο. Ότι αμάρτησε ο τυφλός πριν γεννηθεί.  Γιατί λοιπόν έκαναν αυτή την ερώτηση; -Δεν έκαναν την ερώτηση αυτή υπό την μορφή ερωτήσεως αλλά ωσάν απορία. Και τι απάντησε ο Χριστός;

 3 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

Ναι μεν λοιπόν και οι γονείς του και αυτός αμάρτησε αλλά δεν είναι αυτή η αιτία για να γεννηθεί αυτός τυφλός. Τότε λοιπόν γιατί; -Για να δοξασθεί ο Θεός. Και θα ρωτήσεις «δηλαδή δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να φανερωθεί η δόξα του Θεού; Έπρεπε αυτός να τυφλωθεί»; -Και βέβαια θα μπορούσε. Όμως αυτός ευεργετήθηκε από την τύφλωσή του καθ’ όσον ανέβλεψε με τους εσωτερικούς του οφθαλμούς. Διότι τι ωφελήθηκαν οι Ιουδαίοι που ενώ έχοντας την σωματική όρασή τους, τυφλώθηκαν  πνευματικά; Η τύφλωση λοιπόν δεν ήταν κακή. Κακό πράγμα είναι μόνον η αμαρτία. Αυτός λοιπόν που έφερε στη ζωή τον τυφλό από την ανυπαρξία, είχε εξουσία να τον αφήσει σ’ αυτήν την κατάσταση.

Και λέγοντας «για να φανερωθεί η δόξα του Θεού» δεν εννοεί τον Πατέρα, αλλά τον εαυτό του.

4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ

Και με την ενέργειά Του αυτή φανέρωσε την κρυμμένη δόξα Του, διότι δεν ήταν μικρή δόξα να θεωρηθεί δημιουργός της κτίσεως. Και γιατί το λέμε αυτό; Διότι με παρόμοια ενέργεια έπλασε τον άνθρωπο. Ενώ εδώ στην προκειμένη περίπτωση θεράπευσε ένα μικρό μέλος μεν ως προς το σώμα του ανθρώπου αλλά το πολυτιμότερο μέλος του που οπωσδήποτε είναι ο οφθλαμός. Ο οφθαλμός κυνερνά ολόκληρο το σώμα, του δίδει κάλλος, στολίζει το πρόσωπο, είναι λύχνος όλων των μελών. Διότ αυτό που είναι ο ήλιος για όλη την οικουμένη, είναι ο οφθαλμός για το ανθρώπινο σώμα. Αν σβήσεις τον ήλιο όλα τα καταστρέφεις, αν σβήσεις τους οφθαλμούς και τα πόδια είναι άχρηστα και τα χέρια και η ψυχή διότι χάνεται η γνώση αχρηστευομένων αυτών. Διότι τα αόρατα του Θεού βλέπονται καθαρά διά μέσου των δημιουργημάτων. Επομένως δεν είναι ο οφθαλμός λύχνος μόνο για το σώμα, αλλά και λύχνος για την ψυχή. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τοποθετήθηκε σε βασιλική θέση του σώματος.

7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

Στη συνέχεια για να δείξει ότι δεν έχει ανάγκη από την ύλη, αλλά χρησιμοποίησε τον πηλό για να διδάξει ότι αυτός είναι ο Δημιουργός, είπε στον τύφλο «ύπαγαι νίψαι» για να γνωρίσεις ότι δεν έχω ανάγκη από τον πηλό για να σου ανοίξω τους οφθαλμούς.

Συνεπώς Αυτός που χάρισε την όραση, άνοιξε τους οφθαλμούς, άρα ενεφύσησε και την ψυχή και χάρισε σε κάθε μέλος τα πάντα και αρτηρίες και νέυρα και φλέβες και αίμα και όλα τα άλλα από τα οποία αποτελείται το σώμα μας.

8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.

Πω πω φιλανθρωπία Θεού! Ο Θεός που θεραπεύει τους επαίτες δεικνύοντας την ίδια φροντίδα για πλούσιους και φτωχούς, διάσημους και άσημους. Κι ενώ όλοι έδειχνα αμφιβολία για το αν ήταν αυτός που θεραπεύτηκε, ο τυφλός ομολογεί: «εγώ είμαι». Δεν ένοιωσε ντροπή για την προηγούμενη τύφλωσή του, ούτε φοβήθηκε τον θυμό του λαού, αλλά ούτε και απέφυγε στο να διακηρύξει τον ευεργέτη του.

10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.

Πρόσεξε ότι λέει όλη την αλήθεια. Διότι δεν είπε πως έκανε το θαύμα, διότι δεν είδε ότι έπτυσε κάτω, αλλά ότι του άλειψε με πηλό τους οφθαλμούς.  Λέει λοιπόν ό,τι αισθάνθηκε και ότι άκουσε.

 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

Και τον ρωτούν με φονικές διαθέσεις. Πρόσεχε όμως και την μετριοφροσύνη του Χριστού ο Οποίος δεν παρέμενε κοντά στους θεραπευομένους διότι δεν ήθελε να αποκτήσει δόξα.

13 ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

Ήθελαν να βρουν τον Χριστό ώστε να τον οδηγήσουν στους ιερείς, επειδή όμως δεν το πέτυχαν, οδήγησαν τον τυφλό προς τους Φαρισαίους. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής αναφέρει ότι ήταν Σάββατο, για να δείξει την κακή διάθεση και την αιτία για την οποία τον αναζητούσαν. Και αυτό γίνεται επίσης φανερό από το ότι μόλις είδαν τον τυφλό δεν τον ρώτησαν τίποτε άλλο παρά τούτο:15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Με σκοπό να τον κατηγορήσουν για παραβίαση του Σαββάτου.

ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.

Πρόσεχε σε παρακαλώ πως ο τυφλός δεν ταράσσεται. Και δεν ταράσσεται παρότι είναι το πλέον φανερό ότι διατρέχει μεγάλο κίνδυνο με τόσους μανιακούς να τον περιτρυγυρίζουν.

16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.

Βλέπεις; Ακόμη και οι Φαρισαίοι προσελκύονταν από τα θαύματα του Ιησού, ώστε στο συνέδριό τους αυτό προκλήθηκε χάσμα απόψεων για το πρόσωπο του Χριστού.

17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.

Θέτουν τώρα ερώτηση όχι πραγματικής απορίας, αλλά ερώτηση απολογίας. Κι όμως ο τυφλός απαντά με σύνεση, δίχως να τους φοβηθεί και είπε «προφήτης είναι». Κι όμως αυτοί δεν πίστευαν ότι αυτός ήταν πράγματι τυφλός ωσότου φώναξαν τους γονείς του για να επιβεβαιώσουν την εκ γεννετής τύφλωση του παιδιού τους. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος

 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;

Δηλαδή η φύση της ερωτήσεως είναι εξής: -μήπως με κάποιο μαγικό τρόπο επιτελέσθηκε η θεραπεία; Πρόσεξε δε τον τρόπο τους. Ρωτούς με πάσα αυστηρότητα λες και ήταν οι γονείς του τυφλού κακούργοι: «αυτός  είναι ο υιός σας που λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός»; Και δεν είπαν ο «άλλοτε τυφλός», αλλά «που λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός». Βδελυροί άνθρωποι και μιαρότατοι.

Και ρωτούν: «Πως λοιπόν βλέπει τώρα»; Πω πω μέγεθος ανοησίας! Με τρεις ερωτήσεις: Εάν ήταν υιός τους, πώς ανέβλεψε, και εάν ήταν τυφλός απαντούν οι ίδιοι στις ερωτήσεις που θέτουν.

20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.

Δεν είναι παιδί απαντούν, ούτε πνευματικά καθηστερημένος ρωτήστε τον ίδιο για το πώς ανέβλεψε. Για το ότι είναι αυτός υιός μας και ότι γεννήθηκε τυφλός, αυτό σας το επιβεβαιώνουμε.

 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ·

«Δόξασε τον Θεό»: Δηλαδή ομολόγησε ότι αυτός δεν σου έκανε τίποτα.  Αλλά για να μάθεις ότι δεν αποτελεί δόξα του Θεού ο έπαινος, αλλά η πίστη, όταν λίγο αργότερα ο Χριστός συνάντησε τον τυφλό δεν του είπε: «Γιατί δεν δόξασες τον Θεό»; Αλλά τον ρώτησε: «Πιστεύεις στον Υιό του θεού»;

 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.

Ο τυφλός δεν το λέει αυτό με κακή διάθεση, ούτε γιατί φοβήθηκε, αλλά επειδή θέλει να απαλλάξει τον Ιησού από τις κατηγορίες.

26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν;

Και αφού τους κατατρόπωσε ο τυφλός και τους απόδειξε διά μέσου του γεγονότος του θαύματος πως οι κατηγορίες τους έπεφταν στο κενό δεν τους μιλά πλέον με χαλαρότητα, ούτε συνεσταλμένα, αλλά με θάρρος. Είδες παρρησία επαίτου προς άνδρες γραμματείς και Φαρισαίους;  Τόσο ισχυρή είναι η αλήθεια, τόσο ασθενές είναι το ψεύδος. Δεν προσέχετε εσείς τα λόγια μου, διά τούτο δεν θα σας μιλήσω πλέον, ούτε θα απαντώ συνέχεια σε σας, αφού ρωτάτε άσκοπα και όχι θέλοντας να ακούσετε για να μάθετε, αλλά για να κατηγορήσετε τα λεγόμενα.

μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;

Δηλαδή εγώ είμαι ήδη μαθητής Του, μήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς όπως κι εγώ; Από τη μία λοιπόν ομολογεί, από την άλλη διακομωδεί.

 

28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.
29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.

Τι υποκρισία! Διότι λένε γνωρίζουν αυτά που άκουσαν, αλλά δεν πιστεύουν σ’ αυτά που είδαν. Μα αν ήταν μαθητές του Μωυσή, θα είσασταν και μαθητές του Ιησού. Αφού ο Μωυσής περί του Χριστού ομίλησε. Τι απαντά λοιπόν ο τυφλός;

30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.

Εδώ λοιπόν όχι μόνο απαλλάσει τον Ιησού από τις κατηγορίες, αλλά Τον παρουσιάζει και πάρα πολύ αρεστό ενώπιον του Θεού. Μάλιστα δε εξυψώνει το γεγονός της θεραπείας του λέγοντας:  «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου».

34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.

Όσο δηλαδή ήλπιζαν ότι θα αρνηθεί τον Χριστό, και αξιόπιστο τον θεωρούσαν και τον κάλεσαν ενώπιόν τους και μία και δύο φορές. Όταν όμως αντέταξε σ΄αυτούς γενναία και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, τότε κατηγόρησαν την τύφλωσή του ως μαρτυρία της αμαρτίας του , πράγμα που βέβαια δεν ήταν λογικό.

Και όλα αυτά γράφηκαν για να διδαχθούμε κι εμείς και να μιμούμεθα τον τυφλό και επαίτη για το θάρρος και την παρρησία, διότι αυτός προτίμησε να ριφθεί έξω και να διωχθεί, ίσως δεν και να ξυλοκοπηθεί ή θανατωθεί, παρά να προδώσει την αλήθεια.

35 ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Να πως ανταμοίβει ο Χριστός αυτούς που ομολογούν Εκείνο με θάρρος. Και πρόσεχε με τι τον ανταμοίβει, με το αποκορύφωμα τοων αγαθών καθ’ όσον και τον ευατό Του φανέρωσε σ’ αυτόν και κατέταξε αυτόν στον χορό των μαθητών Του. Συ όμως πρόσεχε πως ο Ευαγγελιστής περιγράφει την ακρίβεια της συνομιλίας, διότι όταν είπε ο Ιησούς «Συ πιστεύεις ειςτον Υιόν του Θεού»; Λέγει ο τυφλός «Κύριε ποιος είναι»; Διότι δεν τον γνώριζε ακόμη αν και είχε θεραπευτεί από Κείνον καθ’ όσον τυφλός ήταν προν έλεθει προν τον Ευεργέτη  και μετά την θεραπεία σέρνονταν εδώ κι εκεί  από εκείνους  τους σκύλους. Και γιατί τον ρωτά αν πιστεύει μετά από τόση ομολογία; Γιατί θέλει να του φανερώσει τον ευατό Του και να του δείξει ότι εκτιμά πάρα πολύ την πίστη του.

«Και ποιος είναι Κύριε για να πιστέψω σ’ αυτόν»; Η φράση αυτή φναερώνει ψυχή που ποθεί και επιθυμεί πάρα πολύ τον γνωρίσει.

37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Κι αφού αποκάλυψε στον τέως τυφλό τον Εαυτό Τουπροσθέτει ο Ευαγγελιστής και την πράξη του τυφλού: ότι έπεσε και Τον προσκύνησε. Πράγμα που λίγοι από τους θεραπευμένους το έκαναν.

39 καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται.

Το ίδιο είπε και ο Παύλος: «Τι λοιπόν θα πούμε; Ότι οι εθνικοί που δεν επεδίωκαν την δικαίωσή τους, πέτυχαν να δικαιωθούν διά της πίστεως προς τον Ιησού, ενώ ο Ισραήλ που επεδίωκε την δικαίωσή του διά της τηρήσεως του νόμου δεν κατόρθωσε να δικαιωθεί».

Η λέξη «εις κρίμα» το είπε για ναδηλώσει τη μεγαλύτερη τιμωρία που τους περιμένει για να δείξει ότι αυτοί που Τον καταδίκασαν αυτοί είναι οι καταδικασμένοι, αυτοί που τον κατέκριναν ως αμαρτωλό αυτοί είναι οι κατεκριμμένοι.

 40 καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ' αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; 41 εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει.

Επειδή δηλαδή αυτοί θεωρούσαν την σωματική τύφλωση ως ντροπή και απόδειξη αμαρτίας, επέρριψε σ’ αυτούς πάνω στην κεφαλή τους τους λόγους τους αποδεικνύοντας ότι τυφλότητα στην πραγματικότητα δεν είναι  αυτή του σώματος, αλλά της ψυχής.

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode