ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ (Η΄)

2019-02-01 09:19

 

 Η´\ΙΗΣΟΥΣ δὲ ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ὄρθρου δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, 2 καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἤρχετο πρὸς αὐτόν· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν αὐτούς. 3 ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην, καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν μέσῳ 4 λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, αὕτη ἡ γυνὴ κατείληπται ἐπ' αὐτοφώρῳ μοιχευομένη· 5 καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθάζειν. 6 σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν, ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ' αὐτοῦ. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν. 7 ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ' αὐτήν. 8 καὶ πάλιν κάτω κύψας ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξήρχοντο εἷς καθ' εἷς, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ κατελείφθη ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ γυνὴ ἐν μέσῳ οὖσα. 10 ἀνακύψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ποῦ εἰσιν; οὐδείς σε κατέκρινεν; 11 ἡ δὲ εἶπεν· οὐδείς, Κύριε. εἶπε δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω· πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε.

12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Μεγάλος ο λόγος, αλλά δεν εξέπληξε τους Φαρισαίους, διότι δεν παρουσίασε αυτή την φορά τον εαυτό Του ίσο με τον Θεό ούτε ως Υιό του Θεού, αλλά ως Φως. Η λέξη Φως έχει πνευματική έννοια και σημαίνει ότι «εκείνος που με ακολοθυθεί δεν μένει στην πλάνη. Και φώναξε διότι από την μία ήθελε να προσέξουν στα λόγια Του, και από την άλλη να υπαινίσσονταν τους Φαρισαίους οι οποίοι δολοπλοκούσαν στο σκοτάδι.

13 εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι· σὺ περὶ σεαυτοῦ μαρτυρεῖς· ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής. 14 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· κἂν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία μου, ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ποῦ ὑπάγω·

Τι σημαίνει αυτό; -Έχω έλθει από τον Θεό και είμαι Θεός και Υιός του Θεού. Και ο Θεός είναι για τον εαυτό Του αξιόπιστος μάρτυρας.

ὑμεῖς δὲ οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχομαι ἢ ποῦ ὑπάγω.

Δηλαδή με την θέλησή σας κάνετε το κακό διότι δεν θέλετε να καταλάβετε τίποτα περισσότερο από την φαινομενική άποψη.

15 ὑμεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε· ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα.

Εσείς κρίνετε με ανθρώπινα  κριτήρια. Και όποιος κρίνει με ανθρώπινα κριτήρια σημαίνει ότι κρίνει αδίκως. Εγά όμως δεν κρίνω κανέναν.

16 καὶ ἐὰν κρίνω δὲ ἐγώ, ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ ἀληθής ἐστιν

Και αν όμως πάλι κρίνω η κρίση μου θα είναι σύμφωνη με την αλήθεια. Και αν εγώ έκρινα τότε σίγουρα τώρα θα σας είχα τιμωρήσει. Γι άυτό και λέει δεν κρίνω κανέναν. Τώρα όμως δεν είναι ακόμη καιρός για κρίση.

, ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ' ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατήρ.

Εδώ υπαινίσσεται τημν μέλλουσα κρίση και κάνει το λόγο  Του επί πλέον ξεκάθαρο λέγοντας:

17 καὶ ἐν τῷ νόμῳ δὲ τῷ ὑμετέρῳ γέγραπται ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής ἐστιν. 18 ἐγώ εἰμι ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὁ πέμψας με πατήρ.

Και λέγοντας αυτό, εννοεί ότι είναι της αυτής ουσία με τον Πατέρα. Και δεν χρειάζεται κανείς άλλος να μαρτυρήσει περί του εαυτού Του παρά μόνον ο ίδιος υποδεικνύοντας έτσι την αυθεντία Του. Εδώ επίσης θέλει να πει πως κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Πατέρα αν δεν περάσει πρώτα από τον Υιό. Ώστε αυτοί που βλασφημούν στον Υιό, βλασφημούν ταυτόχρονα και στον Πατέρα.Αλλά αυτοί δεν κατάλαβαν τα λεγόμενα και γι’ αυτό και ρώτησαν:

19 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν πατέρα μου· εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν.

Και το είπε αυτό διότι ενώ αυτοί κατάλαβαν τι ήθελε να τους πει έκαναν πως δεν κατάλαβαν και πως δεν ήξεραν για να Τον δοκιμάσουν. Και γι’ αυτό τους απαξιώνει της απαντήσεως ο Κύριος.

20 Ταῦτα τὰ ρήματα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ γαζοφυλακίῳ, διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐδεὶς ἐπίασεν αὐτόν, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

Πόση η ανοησία των Ιουδαίων! Οι οποίοι ενώ αναζητούσαν τον Ιησού προν το Πάσχα κι ενώ τον είχαν περικυκλώσει και είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να Τον συλλάβουν τώρα απλά Τον παρατηρούν να διδάσκει μέσα στον ναό σαν διδάσκαλος. Κι όμως δεν τον άγγιξαν γιατί δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα Του.

21 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ὑπάγω καὶ ζητήσετέ με,

Για ποιο επαναλαμβάνει αυτή τη φράση ο Ιησούς; Για να ταράξει τις ψυχές τους. Και τόσο πολύ φόβο αυτό τους προκάλεσε ώστε ενώ ήθελαν να τον φονεύσουν και να απαλλαγούν απ’ Αυτόν εν τούτοις τώρα Τον ρωτούν που θα πάει. Αλλά αυτό που τελικά ήθελε να τους πει ο Χριστός ήταν άλλο πράγμα. Ότι όλα αυτά θα συμβούν όχι εξαιτίας της δικής τους βιαιότητας, αλλά επειδή τούτο είχε προαναγγλθεί άνωθεν.

 καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ  δύνασθε ἐλθεῖν. 22 ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν, ὅτι λέγει, ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;

Ο Χριστός για να τους αφαιρέσει και αυτή την υποψία και να τους δείξει ότι αυτό το πράγμα (η αυτοκτονία) ήταν αμάρτημα τους είπε:

23 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ,

Που σημαίνει: Δεν είναι καθόλου παράδοξο που εσείς σκέπτεστε κατ’ αυτόν τον τρόπο, διότι είστε άνθρωποι γήινοι και δεν συλλογίζεστε τίποτα το πνευμνατικό. Αλλά εγώ δεν θα πράξω κάτι παρόμοιο.

 ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί· ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐστέ,

Και πάλι εδώ ομιλεί για κοσμικές και γήινες σκέψεις και όχι ασφαλώς ότι δεν έλαβε σάρκα. Άλλωστε και για τους μαθητές Του είχε πει ότι δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.

ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. 24 εἶπον οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν· ἐὰν γὰρ μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν.

Διότι εάν ήλθε για να σηκώσει την αμαρτία του κόσμου και δεν είναι δυνατόν να εκδιώξει αυτήν με άλλον τρόπο παρά με το λουτρό του Αίματός Του, τότε είναι πολύ αναγκαίο αυτό να συμβεί και στους ακροατές του λόγου. Και πως θα συμβεί αυτό αν δεν αποδεχτούν την Θεανθρώπινη θυσία; «Εκείνος που δεν πιστεύει έχει ήδη κριθεί», όχι μόνο διότι δεν πιστεύει και και γιατί φεύγει κουβαλώντας μαζί του τα προηγούμενα αμαρτήματά του.

25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· σὺ τίς εἶ;

Ω πόση μεγάλη ανοησία! Τον ρωτούν μετά από τόσο χρόνο  και τόσα θαύματα και διδασκαλία. Και τι απάντησε ο Χριστός;

καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑμῖν.

Δηλαδή είστε όλως διόλου ανάξιοι για να ακούτε τα λόγια μου, αφού δεν μπορείτε να μάθετε ποιος είμαι. Διότι εσείς μιλάτε πάντοτε για να με δοκιμάστε και δεν προσέχετε στα λεγόμενά μου. Και μπορώ για όλα τα πράγματα να σας ελέγξω. Διότι αυτή την σημασία είχαν τα παρακάτω λόγια:

 26 πολλὰ ἔχω περὶ ὑμῶν λαλεῖν καὶ κρίνειν·

Και όχι μόνο να σας κατακρίνω, αλλά και για να σας τιμωρήσω. Αλλά εκείνος που με έστειλε, δηλαδή ο Πατήρ μου, δεν το θέλει αυτό. Διότι δεν ήλθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο. Άρα αυτά που σας λέγω τώρα δεν είναι για τον έλεγχό σας , αλλά για την σωτηρία σας.  ἀλλ' ὁ πέμψας με ἀληθής ἐστι, κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ' αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς τὸν κόσμον.

         27 οὐκ ἔγνωσαν ὅτι τὸν πατέρα αὐτοῖς ἔλεγεν.

          Πόσο ανόητοι ήταν! Εν΄πω δεν έπαυε συνεχώς να του μιλά για τον Πατέρα, αυτοί όμως εξακολουθούσαν να μην καταλαβαίνουν. Και επειδή δεν τους προσύλκησε αν και είχε κάνει τόσα θαύματα και είχε διδάξει τόσα πολλά, τους μιλά για την στάυρωσή Του:

28 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ ἀπ' ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέ με ὁ πατήρ μου, ταῦτα λαλῶ. 29 καὶ ὁ πέμψας με μετ' ἐμοῦ ἐστιν· οὐκ ἀφῆκέ με μόνον ὁ πατήρ, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ποιῶ πάντοτε. 30 Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν.

Μέχρι αυτού του σημείου δεν πρόσεχαν σε όσα τους έλεγε. Όταν όμως εξαιτίας του εκουσίου Του πάθους και όσων θα επακολουθήσουν θα καταργηθεί η παλαιά λατρεία  και έτσι πλέον δεν θα σας επιτρέπετε να λατρεύετε τον Θεό κατά την παλαιά συνήθεια, τότε θα γνωρίσετε την απόλυτη συμφωνία Πατρός και Υιού. Τότε λοιπόν θα γνωρίσετε δύο πράγματα: Την δική μου δύναμη και την συμφωνία μου με τον Πατέρα.

Εν τέλει λέει ο Ευαγγελιστής πολλοί πίστεψαν μετά απ’ αυτά τα λόγια. Αλλά οπωσδήποτε δεν πίστεψαν όπως έπρεπε, αλλά απλώς και τυχαίως, επειδή ευχαριστήθηκαν και ανακουφίστηκαν από την απλότητα των λόγων. Και αυτό αποδεικνύεται από τους παρακάτω λόγους:

31 ῎Ελεγεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ ᾿Ιουδαίους· ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε,

Για να τους αποδείξει ότι δεν είχαν πιστέψει στην διδασκαλία Του, αλλά πρόσεχαν μόνο στα λόγια Του.

32 καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.

Είναι σαν να τους λέει: πρόκειται να κάνω βαθιά τομή, αλλά εσείς μην κινείστε. Γιατί; Γιατί ήθελε να τους ελευθερώσει. Από ποιον και από τι; -Από τις αμαρτίες τους βεβαίως. Αλλά εκείνοι ήταν αλαζόνες και απάντησαν:

33 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· σπέρμα ᾿Αβραάμ ἐσμεν καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαμεν πώποτε· πῶς σὺ λέγεις ὅτι ἐλεύθεροι γενήσεσθε;

Και με αυτά τα λόγια φανερώθηκαν όσα είχαν μέσα στην καρδιά τους. Διότι αν είχαν καλή διάθεση θα ρωτούσαν: «Δεν γνωρίζουμε τώρα την αλήθεια»; «Ο νόμος είναι ψευδής και γνώση μας»; Όμως τίποτα απ’ αυτά δεν ρώτησαν διότι δεν τους ενδιέφερε τίποτα, παρά μόνο τα γήινα. Κι όμως οι ισραηλίτες πολλές φορές έγιναν δούλοι. Ο Χριστός θα μπορούσε να τους αναφέρει τα εβδομήντα έτη δουλείας της εποχής των κριτών, την δουλεία στους Αιγυπτίους, στους Βαβυλωνίους. Αλλά δεν Τον ενδιέφερε να αποδείξει ότι έγιναν δούλοι των ανθρώπων, αλλά της αμαρτίας. Και από την δουλεία της αμαρτίας μόνο ο Θεός μπορεί να απαλλάξει έναν τέτοιο δούλο. Γι΄αυτό και τους λέει:

34 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας. 35 ὁ δέ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα.

Δηλαδή: Εγώ είμαι ισότιμος και Ομοούσιος τω Πατρί, άρα και οικοδεσπότης της οικίας. Μη ρωτάτε λοιπόν πλέον «ποιος είσαι». Όλα είναι δικά μου, διότι είμαι ο Υιός και μένω στην οικία του Πατρός μου. Την δε οικία, ονομάζει και εξουσία.

36 ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε.

Είδες με ποιο τρόπο αποδεικνύει ότι είναι της αυτής ουσία με τον Πατέρα; Διότι αν αυτός που κρίνει είναι ο Θεός, τότε ποιος μπορεί να σας καταδικάσει; Η αληθινινή λοιπόν ελευθερία δεν είναι αυτή του κόσμου τούτου, αλλά η ελευθερία από την αμαρτία, την οποία χαρίζει ο Υιός.

 37 οἶδα ὅτι σπέρμα ᾿Αβραάμ ἐστε· ἀλλὰ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν.

Λοιπόν έχετε αμαρτία και μάλιστα πολύ μεγάλη και βαριά. Ποια; «Ζητείτε να με φονεύσετε». Ποια λοιπόν συγγένεια έχετε με τον Αβραάμ; Άρα η ελευθερία και η δουλεία εξαρτάται από τα έργα. Έτσι και η συγγένεια. Και δεν τους  είπε «δεν κατανοείτε τον λόγο μου», αλλά «ο λόγος μου δεν χωρεί μέσα σας».

38 ἐγὼ ὃ ἑώρακα παρὰ τῷ πατρί μου λαλῶ· καὶ ὑμεῖς οὖν ὃ ἑωράκατε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν ποιεῖτε.

Όπως Εγώ με τα λόγια και με την αλήθεια αποκαλύπτω τον Πατέρα μου, το ίδιο κάνετε και σεις με τις πράξεις σας. Διότι Εγώ δεν έχω μόνο την ίδια ουσία με τον Πατέρα, αλλά και την ίδια αλήθεια.

39 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ὁ πατὴρ ἡμῶν ᾿Αβραάμ ἐστι. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ τέκνα τοῦ ᾿Αβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ ᾿Αβραὰμ ἐποιεῖτε. 40 νῦν δὲ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο ᾿Αβραὰμ οὐκ ἐποίησεν.

Συνεχώς ανακινεί την φονική τους διάθεση, για να τους αφαιρέσει την περιττή καυχησιολογία και να τους πείσει να μην ελπίζουν ότι θα τους σώσει ο Αβραάμ. Διότι η φαντασία τους για την συγγένειά τους με τον Αβραάμ τους εμπόδιζε να προσέλθουν στον Χριστό. Και ποια ήταν η αλήθεια που τους διακήτυττε; -Ότι είναι ίσος με τον Πατέρα.

 41 ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑμῶν. εἶπον οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα ἔχομεν, τὸν Θεόν. 42 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ· ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ' ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ' ἐκεῖνός με ἀπέστειλε.

Κι επειδή τους αφαίρεσε την συγγένεια με τον Αβραάμ, καταφεύγουν στον Θεό. Αλλά και πάλι τι ισχυρίζεστε; Ότι εσείς έχετε πατέρα τον Θεό; Και τότε πως κατηγορείτε τον Χριστό; Αν ήσασταν παιδιά του Θεού θα με αγαπούσατε.  

43 διατί τὴν λαλιὰν τὴν ἐμὴν οὐ γινώσκετε; ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν λόγον τὸν ἐμόν. 44 ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ' ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Αφού τους απέκλεισε την συγγένεια με τον Αβραάμ και αφού αυτοί τόλμησαν να ισχυριστούν ανώτερη συγένεια με τον Θεό, τότε ο Χριστός τους τους καταφέρει το κτύμημα λέγοντας ότι όχι μόνο του Αβραάμ. Όχι μόνο του Θεού δεν είστε τέκνα, αλλά αντιθέτως είστε παιδιά του διαβόλου. Και δεν το λέει αυτό αναπόδειχτα, αλλά το αποδεικνύει με την φονική τους διάθεση, διότι ο φόνος είναι απόδειξη της κακίας του διαβόλου. Και δεν είπε «κάνετε μόνο τα έργα», αλλά «τις επιθυμίες εκείνου κάνετε».

45 ἐγὼ δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω, οὐ πιστεύετέ μοι. 46 τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι; 47 ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει· διὰ τοῦτο ὑμεῖς οὐκ ἀκούετε, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστέ.

Και είναι άξιον θαυμασμού, ότι εσείς θέλετε να με φονεύσετε και καταφέρεστε με λύσσα και μανία εναντίον μου, χωρίς να έχετε τίποτα να πείτε εναντίον μου. Το ίδιο δεν κάνει και ο διάβολος; Δεν στείνει ψευδείς πλεκτάνες κατά του Χριστού και των ανθρώπων του Θεού;

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode