ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (Α΄)

2018-06-12 12:54

 

Επειδή δεν επρόκειτο να μας μιλήσει ο Ιωάννης για τον εαυτό του, αλλά αυτά που θα μας πει είναι λόγια Θείας Χάριτος η Οποία κινεί την πένα του, γι’ αυτό δεν μας συστήνεται, αλλά μιλά ο Θεός απευθείας δι εκείνου που γράφει. Κι αν κανείς αμφισβητεί ότι αυτά που θα ακούσουμε είναι λόγια Θείας Χάριτος και ουράνιες αποκαλύψεις, ας εξετάσει προσεκτικά και ας δει ότι αυτός που γράφει δεν ήταν ούτε μορφωμένος, ούτε πλούσιος, αλλά ένας πάμπτωχος αγράμματος αλιεύς και μάλιστα κατώτερης τάξης αλιέας που ούτε καν σε θάλασσα δεν ψάρευε, αλλά σε μία λίμνη. Τι θα μπορούσε λοιπόν να διδαχθεί ο Ιωάννης πέρα από την σιγή των ψαριών ή την αγραμματοσύνη των συγγενών και των φίλων του; Κι όμως, αυτά που θα μας πει δεν αφορούν το επάγγελμά του, ούτε την αγραμματοσύνη του, αλλά θα μας πει λόγια ουράνια τα οποία δεν είναι δικές του σκέψεις, αλλά Θείες αποκαλύψεις.

Τι λέει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; 1.ΕΝ ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος,  καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, Βλέπεις με πόσο θάρρος και εξουσία και χωρίς καμιά αμφιβολία ομιλεί; Ο Πατέρας δεν προέρχεται από κανέναν, όμως ο Υιός εγεννήθη από τον Πατέρα. Και γιατί αφήνει τον Πατέρα και μας μιλά για τον Υιό; Διότι Εκείνος (ο Πατέρας) ήταν φανερός σε όλους, είτε ως Πατέρας, είτε ως Θεός, όμως ο Μονογενής αγνοούνταν. Και αμέσως τον Λόγο Τον ονομάζει Θεό. Γιατί όμως Τον ονομάζει Λόγο; Για να μην νομίσει κανείς ότι η γέννηση εκ του Πατρός είναι παθητή κι έτσι με την ονομασία του Λόγου προλαβαίνει και ανατρέπει κάθε πονηρή υπόνοια και δηλώνει έτσι ότι η γέννηση του Υιού γίνεται με τρόπο απαθή. Και αν τα λόγια αυτά σου φανούν λίγα και ακατανόητα, μη στενοχωρηθείς, διότι με κανέναν τρόπο δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, ούτε να εκφράσουμε τον Θεό. Έτσι και ο Ιωάννης δεν μπαίνει στην διαδικασία να μας μιλήσει περί της Ουσίας του Θεού, διότι είναι αδύνατον κάποιος να μιλήσει για τέτοιου είδους πράγματα.

Το  «εν αρχή» δεν είναι τίποτα άλλο παρά δηλωτικό του άπειρου. Ότι δηλαδή υπάρχει πάντοτε. Και υπάρχει κατά τρόπο άπειρο. Και δεν λέει «εν Θεώ ην», αλλά «προς τον Θεόν ην», παρουσιάζοντας σε μας την υποταγμένη αϊδιότητά Του. Και στη συνέχεια μας κάνει πλέον σαφές ότι καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Κάποιοι ανόητοι λέγουν ότι ο Λόγος πλάστηκε από τον Πατέρα. Τότε τι θα τον εμπόδιζε να πει ο Ιωάννης ότι ο Θεός έπλασε τον Λόγο;

Κάποιοι επικαλούνται το πραξ. 2,36. Στο σημείο εκείνο που λέει ότι «Ο Θεός τον έκαμεν Κύριον και Χριστόν». Γιατί όμως δεν προσθέτουν και το παρακάτω; «Τον Ιησούν Τον οποίο εσείς εσταυρώσατε». Άλλωστε τα ονόματα «Κύριος» και «Χριστός» δεν είναι δηλωτικά της ουσίας Του, αλλά των αξιωμάτων Του. Αλλά και την εξουσία Του την έχει όχι επειδή εχρίσθη από κάποιον, αλλά εκ φύσεως και ουσίας. Και όταν ρωτήθηκε «αν είναι βασιλεύς», Εκείνος απάντησε «εγώ γι’ αυτό γεννήθηκα». Και γιατί απορείς γι’ αυτό; Ο Παύλος όταν κήρυξε γι’ Αυτόν στους Αθηναίους, τον αποκάλεσε μόνο «άνδρα», και όλα αυτά ευλόγως, διότι δεν ήταν ακόμη η ώρα για να πουν περισσότερα. Ήταν ως τότε αρκετό να παραδεχτούν ότι πέθανε και κατόπιν αναστήθηκε. Με τον ανάλογο λοιπόν τρόπο μίλησε τότε και ο Χριστός. Αφού λοιπόν ασκήθηκε η ακοή τους αρκετά περί της Θείας οικονομίας, στη συνέχεια αποκαλύφθηκε και η Θεότητά Του.

Και μη νομίσει κανείς ότι ο Υιός είναι μεταγενέστερος του Πατέρα. Διότι όπως δεν υπήρξε ποτέ ήλιος δίχως λάμψη, έτσι δεν υπήρξε ποτέ Πατέρας δίχως Υιόν. Και αν εσύ επιμείνεις ότι είναι μεταγενέστερος ο Υιός του Πατρός, τότε πες μου πόσο απέχει. Και αν βρεις το διάστημα, τότε θα προχωρήσεις και θα πεις ότι και ο Πατέρας έχει κάποια αρχή, άρα δεν είναι άναρχος. Βλέπεις ξεκάθαρα τώρα ότι Πατέρας και Υιός έχουν την ίδια και αυτή ουσία; Και όταν ακούσεις την λέξη «Λόγος», μην πάει ο νους σου στο έργο ή στον απλό λόγο, διότι πολλοί είναι οι λόγοι που εκτελούν οι άγγελοι, αλλά κανείς απ’ αυτούς δεν είναι Θεός. Το «εις την αρχή υπήρχε λόγος», δηλώνει το αιώνιο και το ότι «εις την αρχή της δημιουργία ήταν κοντά στον Θεό» δηλώνει το συναιώνιο, όσο αιώνιος είναι ο Θεός, το ίδιο είναι και ο Λόγος. Και αν τελικά η ζωή κάποτε δεν υπήρχε, πως μπορεί να γίνει ζωή για τους άλλους;
 

2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.
3 πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν

Επειδή όσα δημιούργησε ο Θεός τα αναφέρει ο Μωυσής στην Γένεση, δεν αναφέρει όμως τα πάντα, αλλά όσα ήταν γνωστά στους ανθρώπους, γι’ αυτό και προσθέτει ότι και «χωρίς αυτού τίποτα δεν έγινε», δηλαδή και όσα δεν είναι αντιληπτά στους ανθρώπους και αυτά από τον Πατέρα και τον Λόγο έγιναν.

Η φράση «εν αυτώ ζωή ήν» δεν αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα όπως πολλοί νομίζουν, διότι  δεν ήταν ακόμη ώρα να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα , αλλά αναφέρεται στον Λόγο ο Οποίος είναι ζωή και αυτή η Ζωή έγινε άνθρωπος.

Και με την προσθήκη «ουδέ εν ο γέγονεν» ξεκαθαρίζει ότι ομιλεί περί της κτίσης και όχι περί του Πνεύματος και για να μη παρανοήσει κανείς και νομίσει ότι και το Πνεύμα εποίησε. Μη γένοιτο.

, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Εφόσον λοιπόν το φως ήρθε στην ζωή των ανθρώπων, άρα κατήργησε το σκοτάδι. Και τι μεγαλύτερο σκοτάδι από τον θάνατο ο οποίος είναι αντίθετος της ζωής; Άρα καταργήθηκε ο θάνατος δίνοντας τη θέση του στη ζωή. Και τι είναι αυτό το φως, πες μου. Δεν είναι αισθητό, αλλά νοητό το οποίο φωτίζει την ίδια την ψυχή. Πρόσεξε επίσης ότι είπε η ζωή είναι το φως των ανθρώπων. Δεν είπε των Ιουδαίων, αλλά όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων. Γιατί όμως δεν πρόσθεσε και τους αγγέλους; -Διότι τώρα περί της φύσεως αυτής κάνει λόγο και χάριν αυτών ήλθε να διακηρύξει τα αγαθά.  5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει,  εδώ ως σκοτάδι ονομάζει τον θάνατο και την πλάνη καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Όποιος λοιπόν θέλει να φωτισθεί μπορεί, διότι είναι αδύνατον στην πλάνη να καταλάβει το φως. Το ότι όμως όλοι οι άνθρωποι δεν φωτίστηκαν ας μην σε θορυβεί, διότι το Φως δεν υπεισέρχεται αναγκαστικά σε όποιον δεν το θέλει. Μη κλείσεις λοιπόν τις θύρες στο φως και θα απολαύσεις με μεγάλη ευχαρίστηση. Καθάρισε λοιπόν τον ρύπο της αμαρτίας, η οποία είναι βαθύ σκοτάδι και τότε θα απολαύσεις το φως. Όπως ακριβώς για να απολαύσεις τις ακτίνες του ηλίου, πρέπει να ανοίξεις καλά τους οφθαλμούς σου.


         6 ᾿Εγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός,

Εφόσον είναι απεσταλμένος, άρα δεν θα πει πράγματα δικά του, αλλά όσα έπρεπε διά του Θεού να πει. Ήρθε λέει να μαρτυρήσει περί του Φωτός. Δηλαδή, ο δούλος ήρθε να μαρτυρήσει για τον Δεσπότη; Και τι θα πεις όταν δεις τον Δεσπότη να βαπτίζεται από τον δούλο; Μην ταράζεσαι, αλλά θαύμαζε την απερίγραπτη αγαθότητα. Ο Θεός λοιπόν είχε ανάγκη να μαρτυρήσει κάποιος γι’ Αυτόν; Όχι, αλλά αυτό το επέτρεψε  ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι' αὐτοῦ. Και ο Χριστός όταν είπε «άλλος είναι εκείνος που μαρτυρεί δι εμέ και γνωρίζω ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή» εννοούσε τον Ιωάννη. Άλλοτε πάλι είπε ο Χριστός ότι δεν έχει ανάγκη από κανέναν να μαρτυρήσει για Κείνον. Δεν αντιφάσκει εδώ αλλά προσθέτει: «αυτά όμως τα λέω για σας, για να σωθείτε».  Επιτρέπω λοιπόν και σε άνθρωπο για να μαρτυρήσει για μένα, αν και δεν το έχω καθόλου ανάγκη και αυτό το κάνω για την δική σας σωτηρία. Κι αν πάλι κανείς δεν μαρτυρήσει για μένα, Εγώ καθόλου δεν μειώνομαι. Κατά τον ίδιο τρόπο περιεβλήθη σάρκα για να μην έρθει σε μας με γυμνή την Θεότητα και μας εξαφανίσει όλους ένεκα της απλησίαστης εμφάνισης του Θεϊκού φωτός. Και για να προλάβει κάθε υποψία και κάθε σύγχυση λέει περί του Ιωάννου: 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ' ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. Κι αφού διαχωρίζει με σαφήνεια αυτόν που μαρτυρεί, από τον μαρτυρούμενο συνεχίζει με ευκολία τον λόγο.

9 ῏Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.

Αφού είπαμε ότι ο Θεός είναι άναρχος και ακατάληπτος, τώρα ακούμε ότι είναι το Φως το αληθινό. Εσύ μην περιεργάζεσαι όλα αυτά και μη ζητάς να τα κατανοήσεις όλα αυτά σε βάθος, διότι αυτό είναι αδύνατο. Προσπάθησε να κατανοήσεις τις ρίζες των ηλιακών ακτίνων, θα μπορέσεις; Κι όμως ούτε αγανακτείς γι’αυτό, ούτε δυσανασχετείς, γιατί λοιπόν γίνεσαι αυθάδης και αναιδής απέναντι σε Κείνον που είναι ασυγκρίτως ανώτερος από όλα εκείνα που εσύ δεν μπορείς να κατανοήσεις;

10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, ήταν στον κόσμο, αλλά όχι ως σύγχρονος του κόσμου και γι’ αυτό σε επαναφέρει στην τάξη της προαιωνιώτητάς Του λέγοντάς σου ότι ο κόσμος δι’ Αυτού εγένετο  καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. Ποιον ονομάζει εδώ κόσμο; -Τα διαστρεμμένα πλήθη καθόσον οι φίλοι του Θεού τον γνώρισαν πριν ακόμη έρθει στον κόσμο. Ο Αβραάμ επιθύμησε να δει και είδε και χάρηκε, ενώ ο Δαυίδ τον ονόμασε Κύριο πριν ακόμη Εκείνος σαρκωθεί.


          11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.

          Ως δικού Του, εδώ εννοεί τους Ιουδαίους ή και όλο τον κόσμο ως πλασθέντες υπ’ Αυτού. Κι όμως! Αυτοί  (οι Ιουδαίοι) δεν Τον δέχτηκαν. Και ο Παύλος θαυμάζοντας για το γεγονός λέει:  «Οι εθνικοί οι οποίοι δεν επιδίωκαν δικαίωση, επέτυχαν την δικαίωση, ενώ οι ισραηλίτες οι οποίοι επιδίωκαν την δικαίωση με την τήρηση του νόμου, δεν επέτυχαν την διά του νόμου δικαίωση». (Ρωμ. 9,30). Αλλά εμείς συνεχίζουμε να απορούμε. Πως είναι δυνατόν, αυτοί που ανατράφηκαν με τα προφητικά βιβλία να απέρριψαν τελικά Αυτόν που για αιώνες περίμεναν, ενώ οι εξ’ εθνών που δεν απήλαυσαν τίποτα από όλα αυτά, αλλά αντιθέτως  αναγίγνωσκαν τις φλυαρίες των φιλοσόφων και των ποιητών και ήταν προσηλωμένοι στα άψυχα είδωλα και δεν γνώριζαν τίποτα το αγαθό και το υγιές, πέταξαν μονομιάς στην κορυφή των ουρανών;  Πες μου λοιπόν πως έγινε όλο αυτό; - Και ο μακάριος Παύλος αναζήτησε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και τη βρήκε: «Επειδή αγνοούσαν την δικαίωση που δίνει ο Θεός και επιδίωκαν να επιβάλλουν τον δικό τους τρόπο δικαιοσύνης, δεν υποτάχθηκαν στον νόμο του Θεού… Διά τι άραγε; Διότι σκόνταψαν στον λίθο του προσκόμματος». (Ρωμ 10,3 και Ρωμ. 9,30-32). Με άλλα λόγια αιτία του κακού έγινε σ’ αυτούς η απιστία, αυτή δε γέννησε την ανοησία και η πολύ ανοησία γέννησε τον φθόνο, την αλαζονεία και το μίσος προς τους ανθρώπους. Διότι δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να μοιραστούν την ευλογία με άλλα έθνη λες και σ΄αυτούς θα λιγόστευε η χάρη. Και από την πολύ τους κακία έσπρωξαν τελικά το ξίφος στο στήθος τους, αποξενώνοντας τους εαυτούς τους από την φιλανθρωπία του Θεού. Συ λοιπόν Ιουδαίε που φάνηκες τόσο αχάριστος και τόσο ακατάλληλος της Θείας ευσπλαχνίας, αντί να ντραπείς κόπτεσαι, γιατί ο άλλος σώζεται δωρεάν; Σε τι θα σε έβλαπτε να σωθούν μαζί με εσένα και τα έθνη; Πόση η ανοησία, πόση η υπερηφάνεια!!!

             12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

          Γιατί δεν λέει τους έκανε τέκνα Θεού, αλλά τους «έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού»; -Για να δείξει ότι θέλει πολύ προσπάθεια να μείνει ακηλίδωτη και ανέπαφη η εικόνα της υιοθεσίας η οποία τυπώθηκε μέσα μας κατά το βάπτισμα καθώς επίσης ότι την υιοθεσία αυτή κανείς δεν μπορεί να μας την αποσπάσει αν εμείς δεν το θέλουμε. Ας μη νομίσουμε λοιπόν αδελφοί μου ότι αρκεί η πίστη για την σωτηρία μας, διότι αν δεν παρουσιάσουμε καθαρό βίο και δεν παρουσιαστούμε με ενδύματα κατάλληλα του νυμφώνος δεν θα γίνουμε αποδεκτοί.          Διότι παρακάτω μας λέει: 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Διότι αυτός που έτρεξε και παρακάλεσε και προετοίμασε το δείπνο δεν είναι άλλος από τον Κύριο. Πως εσύ τον περιφρονείς παρουσιάζοντας τον εαυτό σου απροετοίμαστο και προσέρχεσαι στο νυμφικό τραπέζι με ένδυμα κακίας;  

14 Καὶ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ

          Ο Δεσπότης από γνήσιος Υιός του Θεού έγινε υιός ανθρώπου, για να κάνει τους υιούς των ανθρώπων παιδιά του Θεού. Διότι το υψηλό όταν έρχεται σε επαφή με το ταπεινό, αυτό μεν δεν χάνει τίποτα από την δόξα του, όμως το ταπεινό το ανυψώνει και το ανασηκώνει από την πρότερη ταπεινή του κατάσταση. Ας μη σκεφθεί όμως ποτέ ότι η ουσία μεταβλήθηκε σε σάρκα. Αυτό είναι ασεβές να το σκεφτεί κανείς. Αλλά παραμένουσα όπως είναι, παρέλαβε τη μορφή δούλου.

          Γιατί όμως χρησιμοποιεί τη λέξη «εγένετο»; -Για να φράξει τα στόματα των αιρετικών, οι τρέχουν να πουν ότι όλα αυτά συνέβησαν κατά φαντασία. Θέλοντας λοιπόν να εκφράσει όχι την μεταβολή της ουσίας, αλλά ότι προσέλαβε αληθινή σάρκα. Και δεν προσέλαβε την σάρκα μας για να την αφήσει πάλι, αλλά για να την έχει παντοτινά. Γι’ αυτό και λέει «και εσκήνωσεν εν ημίν». Αυτήν την τιμή λοιπόν που έκαν ο Θεός στο γένος μας δεν μπορεί να περιγραφεί όχι από άνθρωπο, αλλά ούτε από άγγελο. Υπερβαίνει κάθε γνώση και κάθε λογική.

          ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

          Και δεν θα βλέπαμε την δόξα Του, αν δεν την φανέρωνε ο Ίδιος σε μας. Και αν ο Μωυσής χρειάστηκε προκάλυμα για να μπορέσουν να τον συναναστραφούν οι σύγχρονοί του εξαιτίας της λαμπρότητας και την ιλαρότητας που εξέπεμπε, πως θα μπορούσαμε εμείς οι πήλινοι και χωϊκοί να συναναστραφούμε τον ίδιο τον Θεό, αν δεν προσλάβανε Εκείνος δούλου μορφή;

          Και δεν είδαμε την δόξα Του μόνο από τα αμέτρητα θαύματα που επιτέλεσε, αλλά κυρίως από τα παθήματά Του, διότι επειδή καρφώθηκε στο σταυρό και πτύστηκε και χλευάστηκε και μαστιγώθηκε από αυτούς που ευεργέτησε, γι’ αυτό και δοξάστηκε τόσο πολύ. Διότι μετά απ’ όλα αυτά ο θάνατος καταργήθηκε, η κατάρα λύθηκε, οι δαίμονες καταισχύνθηκαν και το χειρόγραφο των αμαρτιών καρφώθηκε στον σταυρό. Αυτά όλα σκεπτόμενος ο Ευαγγελιστής και άλλα πολλά κραύγασε ότι «εθεασάμεθα την δόξαν αυτού». Γι’ αυτό άλλωστε ήλθε ο Κύριος στον κόσμο. Για να δουν οι άνθρωποι την δόξα Του όχι μόνο εδώ στη γη, αλλά και παντοτινά στον ουρανό. Γι’ αυτό έλεγε: «Θέλω όπου είμαι εγώ να είναι και αυτοί, για να βλέπουν την δόξα μου».

          Εμείς λοιπόν γιατί ζούμε; Για να γίνουμε θεατές αυτής της δόξας. Κι αν κάποιος δεν γίνει θεατής αυτής της δόξας, τότε δεν αξίζει να ζει. Γιατί αν κάποιος είναι δυστυχής και δεν μπορεί να ζήσει αν δεν ατενίσει την λαμπρότητα του ήλιου, πόσο μάλλον αξιοθρήνητος είναι εκείνος που θα στερηθεί της δόξης του Θεού.

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode