ΛΑΤΡΕΙΑ-ΜΥΣΤΗΡΙΑ

2020-05-04 14:08

 

Οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων στην αρχή πήγαιναν όπως πρώτα στο ναό του Σολομώντος και προσεύχονταν, το ίδιο έκαναν και οι απόστολοι. Στις Πράξεις αναφέρεται ότι πρόσφεραν και θυσία αγνισμού.  (Πραξ. 21,26)

Θεία Ευχαριστία-Αγάπες: Στην αρχή γινόταν κάθε μέρα, ύστερα όμως περιορίστηκε στο βράδυ της Κυριακής. Συγκεντρωνόταν στα υπερώα ιδιωτικών σπιτιών για τη λατρεία αυτή.

«Οι πιστοί στα Ιεροσόλυμα ήσαν προσκαρτερούντες τη διδαχή των αποστόλων και τη κοινωνία και την κλάσει του άρτου και ταις προσευχαίς» (Πραξ. 2,42)

Οι συναθροίσεις αυτές περιελάμβαναν λοιπόν κήρυγμα σχετικά με την διδασκαλία και το έργο του Χριστού, τελούνταν η Θεία Ευχαριστία και έλεγαν προσευχές.

Δεν υπήρχαν καθορισμένες προσευχές αλλά γινόταν πρόχειρα απ’ όποιον ήθελε. Διάβαζαν αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη και αργότερα από την Καινή Διαθήκη.

Διδασκαλία έκαναν οι Απόστολοι, όταν ήταν παρόντες, οι επίσκοποι, οι πρεσβύτεροι ή όποιος άλλος είχε την ικανότητα.

Σημαντικό στοιχείο στις λατρευτικές συναθροίσεις ήταν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή θαυματουργικές θεραπείες, αποκαλύψεις , φωτισμός νου και γλωσσολαλία ή χάρισμα γλωσσών, επίσης προφητείες.

Γλωσσολαλία: Δεν είχε σχέση με τις γλώσσες που μιλούσαν την ημέρα της Πεντηκοστής.

Εδώ οι λαλούντες γλώσσες βρίσκονταν σε ένα είδος εκστάσεως και άρχιζαν να μιλούν. Ούτε αυτός που μιλούσε, ούτε αυτοί που άκουγαν καταλάβαιναν τα λεγόμενα. Η επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν με κάποιον ερμηνέα και αν δεν υπήρχε κανείς τέτοιος δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τίποτα απ’ όσα λέγονταν.

Ο Απόστολος Παύλος θεωρεί τη διδασκαλία που γίνεται απλά και κατανοητά προτιμότερη από τη γλωσσολαλία. Επιθυμούσε το φαινόμενο αυτό να προορίζεται σε δύο-τρεις μόνο και να υπάρχει κάποιος που να εξηγεί όσα έλεγαν. Γιατί αν έρθει κάποιος άπιστος στη σύναξη θα νομίσει ότι όλοι μαίνονται.

Τα φαινόμενα αυτά δεν έπαυσαν αμέσως αλλά με τον καιρό όταν η λατρεία οργανώθηκε μονιμότερα. Τότε πλέον δεν υπήρχε θέση γι’ αυτά και έπαυσαν.

ΑΓΑΠΕΣ

Ήταν τα δείπνα. Αυτά έπρεπε να γίνονται απλά και με λιτότητα.

Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Τα δείπνα (αγάπες) και η Θεία Ευχαριστία που συνδέεται με αυτά έχουν ως πρότυπο το τελευταίο δείπνο που είχε ο Κύριος με τους μαθητές του.

Ως “Θεία Ευχαριστία” επικράτησε να ονομάζεται να ονομάζεται από το τέλος του Α΄αιώνα, γιατί οι ευχές που χρησιμοποιούσαν είχαν ως περιεχόμενο ευχαριστίας στο Θεό.

Το 54, ο Απόστολος Παύλος πήρε αφορμή από τις εκτροπές που δημιουργήθηκαν στην Εκκλησία της Κορίνθου κι έτσι γράφει ότι τους παραδίδει αυτό που παρέλαβε. Και λέει ότι ο Κύριος τη νύχτα που παραδόθηκε στο δείπνο στην αρχή πήρε τον άρτο, ευχαρίστησε το Θεό, τον έκοψε και τον μοίρασε, έπειτα ακολούθησε το δείπνο. Και μετά ο Κύριος ευλόγησε το ποτήρι με τον οίνο και έδωσε στους μαθητές (Α΄Κορ. 11,23-25).

Γι’ αυτό όλα ο Παύλος επιμένει ότι πρέπει να υπάρχει ευταξία.

Τα συνοπτικά ευαγγέλια που γράφηκαν αργότερα παρουσιάζουν μία διαφορετική τάξη. Ο Μάρκος (14, 22-24) και ο Ματθαίος (26, 26-29) γράφουν ότι η κλάσις του και η ευλογία του ποτηρίου έγινε σε κάποια στιγμή του δείπνου «και εσθιόντων αυτών», ενώ ο Λουκάς (22, 17-22) γράφει ότι πρώτα έγινε η ευλογία του ποτηρίου, ακολούθησε η κλάσις του άρτου και μετά το δείπνο ακολούθησε πάλι η ευλογία του ποτηρίου.

Αυτές οι διαφορές φαίνεται ότι οφείλονται στο γεγονός ότι της συγγραφής των συνοπτικών  ευαγγελίων είχε μετατεθεί η Θεία Ευχαριστία πριν από το δείπνο, το οποίο ακολουθούσε.

Ο Παύλος προσθέτει: «εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» «Α΄Κορ. 10,17), έτσι η έννοια έγινε πιο εκκλησιολογική, γιατί ολόκληρη η κοινότητα ενώνεται στο ένα σώμα-άρτο, κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ως μέλη είναι ενωμένα μαζί του.

Ο Παύλος τονίζει ότι οι χριστιανοί πρέπει να έχουν πολύ σεβασμό για τη Θεία Ευχαριστία γιατί όσοι προσε΄χρχονται αναξίως δηλαδή με ανάρμοστο τρόπο θα είναι ένοχοι και θα τιμωρηθούν στο δικαστήριο του Κυρίου.

Είδαμε ότι τα δείπνα τα τελούσαν σε ιδιωτικά σπίτια, ύστερα όμως όταν αυξήθηκε ο αριθμός των χριστιανών, επειδή απαγορεύονταν να κοινωνούν οι αβάπτιστοι και υπήρχε φόβος να εισχωρήσουν και άλλα άτομα που δεν είχαν ορθή πίστη, ορίστηκε να συναθροίζονται οι χριστιανοί σε ορισμένους χώρους γνωστούς και ελεγχόμενους από την εκκλησία.

Η Θεία Ευχαριστία και η κοινή εστίαση γινόταν αρχικά την εσπέρα. Όμως στα μέσα του Β΄αιώνα πληροφορούμαστε από τον Ιουστίνο ότι η Θεία λατρεία με την Θεία Ευχαριστία τελούνταν το πρωί της Κυριακής.

ΒΑΠΤΙΣΜΑ-ΧΡΙΣΜΑ-ΑΦΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΩΝ

Όποιος ήθελε να γίνει δεκτός στην εκκλησία έπρεπε να βαπτιστεί.

Ο Πέτρος την ημέρα της Πεντηκοστής όταν ρωτήθηκε από πιστούς για το τι πρέπει να κάνουν για να σωθούν απάντησε: «Μετανοήσατε και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και λήψεσθε την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος (Πραξ. 2,28)

Ο ευνούχος Αιθίοπας βαπτίστηκε αφού πρώτα ομολόγησε «πιστεύω τον Υιόν του Θεού είναι τον Ιησούν Χριστόν» (Πραξ. 8,37).

Και ο Πέτρος βάπτισε τον Κορνήλιο εν τω ονόματι Κυρίου (Πραξ. 10,48).

Πολύ νωρίς όμως άρχιζαν να βαπτίζονται εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος (Ματθ. 28,19)

Με το βάπτισμα ο χριστιανός ενσωματώνεται στο σώμα του Χριστού και αποχτά νέα ζωή εν Χριστώ, χορηγείται άφεση αμαρτιών και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Ο Παύλος λέει ότι ενδύεται τον Χριστό, ότι με το βάπτισμα συμμετέχει στο θάνατο και στην ανάσταση του Χριστού (Ρωμ. 6,4)

Το βάπτισμα αρχικά τελούνταν σε νερό τρεχούμενο, σε πηγές, ποτάμια, στη θάλασσα με κατάδυση τρεις φορές που συμβόλιζε την τριπλή ανάστασή του σε νέα ζωή.

Η διδαχή των δώδεκα αποστόλων λέει ότι αν δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό, το βάπτισμα μπορεί να γίνει και αλλού, με ζεστό νερό ή και με ράντισμα στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Στην αρχή αρκούσε η απλή ομολογία για να βαπτιστεί κανείς. Από τις αρχές του β΄αιώνα άρχισε να γίνεται διδασκαλία, και δοκιμασία στους μέλλοντες να βαπτιστούν.

Ολόκληρη η τελετή του βαπτίσματος τελείωνε με την Θεία Ευχαριστία με την οποία γινόταν η τελική ενσωμάτωση του νεόφυτου στην εκκλησία.

ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

Με το βάπτισμα οι χριστιανοί ελευθερώνονται από την αμαρτία. Εφεξής πρέπει οι χριστιανοί να ζουν ως άγιοι επειδή κοινωνούν τον Θεό και δεν πρέπει να αμαρτάνουν. Η Εκκλησία στο ζήτημα αυτό είναι πολύ αυστηρή.

Στη πραγματικότητα όμως δεν συνέβαινε αυτό και επειδή έκαναν αμαρτήματα, νωρίς διακρίθηκαν σε θανάσιμα και ελαφρά. Τα ελαφρά που οφείλονταν σε αμέλεια και αδυναμία θελήσεως μπορούσαν να συγχωρηθούν με εκτέλεση καλών έργων όπως π.χ την ελεημοσύνη.

Όσοι αμάρταναν βαριά (ειδωλολατρία, φόνος, μοιχεία, πορνεία) αποκλείονταν από την Θεία Κοινωνία γιατί ελύπησαν (Εφεσ. 4,30) το Άγιο Πνεύμα και έπεσαν στην κυριαρχία του Σατανά.

Οι απόστολοι είχαν δικαίωμα να συγχωρούν τους αμαρτωλούς, δεν έκαναν όμως χρήση συχνά του δικαιώματος αυτού. Όταν οι απόστολοι συγχωρούσαν τον αμαρτωλό, αυτός επανέρχονταν στην εκκλησία.

© 2012 Όλα τα δικαιώματα κατοχυρωμένα

Φτιάξε δωρεάν ιστοσελίδαWebnode